Ο Luis Díez Baylón, ο οποίος γεννήθηκε στη Μαδρίτη στις 28 Απριλίου του 1958, ανήκε σε μια εύπορη οικογένεια και προοριζόταν να γίνει δικηγόρος, καθώς είχε ξεκινήσει να σπουδάζει στη Νομική σχολή του Πανεπιστημίου. Όμως, το 1975, μια καταιγίδα στάθηκε αφορμή για τη μεγάλη ανατροπή της πορείας της ζωής του. Η οικογένεια παραθέριζε, όπως κάθε χρόνο, στις ακτές της Γαλικίας, όταν λόγω μιας ξαφνικής καλοκαιρινής καταιγίδας, η μητέρα του έχασε τον έλεγχο του αυτοκινήτου που οδηγούσε, συγκρούστηκε και σκοτώθηκε αφήνοντας πίσω της έναν χήρο και τέσσερα παιδιά. Μετά από λίγο καιρό, ο Luis τσακώθηκε άγρια με τον πατέρα του για μια ασήμαντη αφορμή. Ήταν 17 ετών, έκλεψε 10.000 πεσέτες από το κομμωτήριο της μητέρας του, οδήγησε με τη Vespa του πεντακόσια χιλιόμετρα από τη Μαδρίτη μέχρι τη Dénia και από εκεί πέρασε στην Ίμπιζα. Έφτασε στο νησί μόνος του «με μετρητά στην τσέπη του και εθισμό στην κάνναβη». Αρχικά νοίκιασε ένα δωμάτιο σε μια πανσιόν και στη συνέχεια έζησε με φίλους που γνώρισε πολύ γρήγορα εκεί. Στην Ίμπιζα απέκτησε τη πρώτη του φωτογραφική μηχανή, μια Canon FTb. Μια μέρα, ένας από τους καινούργιους φίλους του, ένας Αργεντινός, εμφανίστηκε στο σπίτι του, λέγοντάς του ότι είχε χωρίσει με την κοπέλα του, κι ότι δεν άντεχε να μένει άλλο εκεί. Ήθελε να επιστρέψει στο Μπουένος Άιρες, αλλά δεν είχε χρήματα για να πληρώσει το εισιτήριό του. Ο Luis προθυμοποιήθηκε να τον βοηθήσει με αντάλλαγμα τη φωτογραφική μηχανή του. Προκειμένου να βγάζει ένα χαρτζιλίκι άρχισε να φωτογραφίζει, για λογαριασμό ενός ολλανδικού πρακτορείου, τουρίστες και φοιτητικές ομάδες που έφταναν στην Ίμπιζα για διακοπές. Κάποιοι όμως από αυτούς έφεραν μαζί τους και ηρωίνη στην οποία εθίστηκε ο δεκαοχτάχρονος Baylón – και του πήρε είκοσι χρόνια για να απεξαρτοποιηθεί.

«Όταν “ο Βραζιλιάνος” που μας έφερνε τη “καστανή ζάχαρη” έφυγε από την Ίμπιζα, φύγαμε όλοι. Υπήρχε ένα τεράστιο hangover στο νησί. Υπέφερα από στέρηση για μια εβδομάδα και δεν ήξερα καν τι ήταν». Πίσω στη Μαδρίτη διαπίστωσε πως όλοι οι φίλοι του – παιδιά πλούσιων και ονομαστών οικογενειών της ανώτερης τάξης – είχαν πέσει κι αυτοί στη πρέζα. «Νιώθαμε πολύ ιδιαίτεροι, πολύ ελίτ. Αυτή η ανοησία ότι είμαστε ξεχωριστοί, ότι διαφέρουμε από τους υπόλοιπους που δεν είχαν πρόσβαση στην ηρωίνη, αυτή η ανοησία ότι είμαστε τόσο cool, ότι οι άλλοι δεν ξέρουν τίποτα… Οι Stones, ο Lou Reed… Μια γαμημένη σφαγή. Κατάντησα ένα γαμημένο ερείπιο. Το 80% της παρέας μας έχει πεθάνει. Δύο από τις γυναίκες μου έχουν πεθάνει. Η μητέρα της κόρης μου πέθανε. Η γυναίκα με την οποία ήμασταν μαζί για 14 χρόνια πέθανε. Εγώ έχω HIV. Πέσαμε σαν τις μύγες».

Τουλάχιστον κατάφερε να συμφιλιωθεί με τον πατέρα του και του ζήτησε να τον γράψει στη σχολή φωτογραφίας Photocentro, η οποία από μια ειρωνική σύμπτωση βρισκόταν στην οδό República Argentina. Από τότε ο Baylón ερωτεύτηκε τη φωτογραφία. Το 1977 ήταν μια χρόνια ενθουσιασμού και αλλαγής σε κάθε μέτωπο. Ο ταλαντούχος νεαρός επαναστάτης στήνει έναν σκοτεινό θάλαμο και ξεκινά τη σοβαρή ενασχόλησή του με τη φωτογραφία, γνωρίζει τη πρώτη του γυναίκα, παντρεύεται και στην ηλικία των 20 ετών αποκτά μια κόρη. Εκείνη η περίοδος ήταν επίσης μια κρίσιμη στιγμή για την ισπανική φωτογραφία. Η εμφάνιση νέων εφημερίδων, εβδομαδιαίων περιοδικών και πρακτορείων τύπου, η χαλάρωση της λογοκρισίας και ο ρυθμός των πολιτικών αλλαγών παρείχαν το πεδίο δοκιμών για μια ολόκληρη γενιά φωτορεπόρτερ, την πρώτη από τη δεκαετία του 1930. Όσον αφορά την καλλιτεχνική φωτογραφία, η Photocentro, το Photogalena και το περιοδικό Nueva Lente, που άρχισε να εκδίδεται από το 1974, αποτέλεσαν τα εφαλτήρια για μερικά από τα κορυφαία ονόματα της σύγχρονης ισπανικής φωτογραφίας. Το Μανιφέστο της Quinta Generacion, υπογεγραμμένο από τους Pablo Perez Minguez και Carlos Serrano (Nueva Lente, τεύχος 63), περιελάβανε δηλώσεις όπως: «Σε αυτά τα τρία χρόνια η ισπανική φωτογραφία έμαθε, μεταξύ άλλων, να κοιτάζει προς τα έξω, να βάζει τέλος σε αιώνες οπισθοδρόμησης και, πάνω απ’ όλα, να είναι πιο έξυπνη […]. Τώρα, δεν είναι τόσο απαραίτητο να έχεις το κορυφαίο στούντιο, τον κορυφαίο εξοπλισμό και το κορυφαίο φλας, για να είσαι ή να ενεργείς σαν κορυφαίος φωτογράφος».

Ο ουσιαστικά αυτοδίδακτος Baylon, αποτελεί ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα αυτού του πνεύματος. Μετά από τέσσερις μήνες στη Photocentro, άφησε τη σχολή και επέστρεψε στο φυσικό του περιβάλλον, στον δρόμο. Η εκλεπτυσμένη σοφία του δρόμου βοήθησε τον Baylon να υιοθετήσει ένα είδος αθωότητας στον τρόπο που βλέπει και να διατηρήσει μια αμόλυντη, οπτική γωνία. Αποφεύγει το άμεσο βλέμμα και τα κοντινά, σφιχτά πλάνα, που πιέζουν τον εικονιζόμενο, τον προδιαθέτουν και τον οδηγούν σε μια στημένη πόζα. Προτιμά την ανθρώπινη κατανόηση από την μετωπική σύγκρουση. Αντί να καταδιώκει και να παρενοχλεί το θέμα του, προσπαθεί να το προσεγγίσει. Πολλή ειλικρίνεια, μια πινελιά σκανταλιάς λίγη πονηριά, ένα κάποιο θράσος και εξαιρετικά αντανακλαστικά είναι τα βασικά συστατικά της συνταγής του Baylon, για τη φυσική φωτογραφία όπως την αντιλαμβάνεται ο ίδιος: «Μεταγραφή της πραγματικότητας με φυσικό τρόπο, χωρίς να επεμβαίνεις σε αυτό που βλέπεις. Χωρίς ανασύνθεση ή τροποποίηση της σκηνής. Χωρίς επιθετικότητα, χωρίς σκηνοθεσία. Φωτογραφίζοντας τους ανθρώπους ακριβώς όπως είναι, όπως αυτοπαρουσιάζονται στον κόσμο, και όχι όπως τους θέλει ο φωτογράφος». Ο μέντοράς του Baylon, Bernard Plοssu, ο οποίος επαινούσε ακατάπαυστα τον άνθρωπο που θεωρούσε τον καλύτερο Ισπανό φωτογράφο, έχει δηλώσει πως: «Ο δρόμος είναι η περιοχή του, το βασίλειό του…»

«Το στυλ στη φωτογραφία καθορίζεται από το εργαλείο», δήλωνε ο Baylon, Έτσι, αν και οφείλει την ιδιότητά του ως φωτογράφος στην πρώτη φωτογραφική μηχανή που απέκτησε τυχαία, οφείλει το στυλ του στη δεύτερη: μια γερμανική Rolleiflex – την οποία είχε αγοράσει ο πατέρας του τη δεκαετία του ’50 και που του την χάρισε μια μέρα του 1984, όταν αντιλήφθηκε το πάθος του γιου του – η οποία έγινε από τότε το προσωπικό του σήμα κατατεθέν. «Ένα πραγματικό κόσμημα. Άλλαξε τον τρόπο της δουλειάς μου και την οπτική μου αντίληψη. Η Rolleiflex προσφέρει μια διαφορετική προσέγγιση στη φωτογράφιση. Είναι μια γρήγορη, αθόρυβη φωτογραφική μηχανή, στην οποία δεν σκοτεινιάζει το σκόπευτρο όταν κλείνεις το διάφραγμα, όπως με άλλες φωτογραφικές μηχανές, κάτι που πάντα έβρισκα άβολο και παράδοξο. Με την Rolleiflex μπορείτε να βλέπετε πάντα το είδωλο –  ακόμα και όταν φωτογραφίζετε με το πλέγμα στο σκόπευτρο, μπορείτε να συνθέσετε πολύ γρήγορα. Μπορείτε επίσης να την κατεβάσετε στο επίπεδο του δαπέδου ή να την σηκώσετε πάνω από το κεφάλι σας». Εκθειάζοντας μάλιστα τον τρόπο με τον οποίο σκοπεύεις με μια διοπτική φωτογραφική μηχανή – σκύβοντας το κεφάλι πάνω από το σκόπευτρο – έλεγε χαρακτηριστικά, αν και σκωπτικά: «Δεν τραβάς, δεν κυνηγάς, ούτε κλέβεις, αλλά πρέπει να σκύψεις, σαν να υποκλίνεσαι πριν από τη λήψη».

Την ίδια χρονιά που απέκτησε τη Rolleiflex, (1984), δημοσίευσε και την πρώτη του φωτογραφία, κατόπιν παραγγελίας, στο La Luna de Madrid. Ένα πορτρέτο της πεντάχρονης κόρης του, Tyra, να ποζάρει γυμνή με δύο αχλάδια να καλύπτουν το στήθος της με φόντο τη πυκνή βλάστηση. Μια αισθησιακή εικόνα που θυμίζει τα διφορούμενα βικτωριανά εφηβικά πορτρέτα που τράβηξε ο Lewis Carroll εκατό χρόνια πριν. Το 1987 ίδρυσε ένα φωτογραφικό στούντιο μαζί με τον κριτικό τέχνης Quico Rivas και τον φωτογράφο Alberto Garda Alix, το οποίο διαλύθηκε δύο χρόνια αργότερα. Στη συνέχεια άνοιξε ένα εργαστήριο ασπρόμαυρης επεξεργασίας, που κυρίως εξυπηρετούσε επαγγελματίες φωτογράφους, αλλά έγινε επίσης στέκι για τους νέους καλλιτέχνες της εποχής. Η εντριβή του στο εργαστήριο και η μεγάλη ικανότητά του στην επεξεργασία τον οδήγησαν, αργότερα, να αναλάβει θέσεις καθηγητού σε διάφορες σχολές ή ως αναπληρωτής καθηγητής στη Σχολή Καλών Τεχνών της Cuenca (2003).

Tyra

Καθ’ όλη τη δεκαετία του 1980, ο Baylon συνεργάστηκε και δημιούργησε φιλικές σχέσεις με άλλους καλλιτέχνες και φωτογράφους της γενιάς του, όπως οι: Manuel Sonseca, Javier Campano, Eduardo Momeñe, Miguel Trillo. Σύντομα άρχισε να συνεργάζεται με τα περιοδικά Ajoblanco και El Canto de la Tripulación, τα οποία σχετίζονταν με τον πολιτιστικό αναβρασμό εκείνης της εποχής και τη Movida Madrileña, ένα κίνημα αντικουλτούρας που εμφανίστηκε στη Μαδρίτη μετά τον θάνατο του Φράνκο, κατά τα πρώτα χρόνια της μετάβασης από τη δικτατορία στη (Βασιλευόμενη) Δημοκρατία. Οι κύριες «πρωτεύουσες» της Movida ήταν η Μαδρίτη και το Βίγκο, αν και αργότερα εξαπλώθηκε και σε άλλες ισπανικές πόλεις και διήρκησε μέχρι το τέλος της δεκαετίας του ΄80. Το φαινόμενο συνέπεσε με την αποποινικοποίηση της ομοφυλοφιλίας, την ελεύθερη πώληση αντισυλληπτικών, την ανάδειξη του φεμινισμού και του κοσμικού χαρακτήρα στην κοινωνία. Επίσης η κατανάλωση ψυχοτρόπων ουσιών διαδόθηκε ευρέως μεταξύ των καλλιτεχνών της Movida, καθώς ενσάρκωνε τις μηδενιστικές αξίες που υποστήριζαν τα μέλη της. Το πρότυπο των δυτικών μουσικών κύκλων έφτασε και στην Ισπανία, προκαλώντας αρκετούς θανάτους καλλιτεχνών σε όλους τους τομείς της Τέχνης.

Με τη Rollei κρεμασμένη στο στήθος του, ο Baylon έχει αφιερώσει πολλά χρόνια στις συνεχείς φωτογραφικές περιπλανήσεις του στους δρόμους. Δεν πρόκειται για μια άσκοπη βόλτα, αλλά για μια συνεχή αναζήτηση των θεμάτων του, που έχουν πάντα να κάνουν με τον άνθρωπο και τις καθημερινές δραστηριότητές του. Είχε καλή γνώση της κουλτούρας των δρόμων και είχε κατακτήσει την τέχνη του να τραβάει υπέροχα φυσικά πορτρέτα, χωρίς να γίνεται αντιληπτός. Αν και δεν ζητούσε την άδεια πριν φωτογραφίσει τους εικονιζόμενους, οι φωτογραφίες του δεν είναι «κλεμμένες». Το μυστικό έγκειται στην ικανότητα του να πλησιάζει πολύ κοντά – ακριβώς όπως μια γάτα, ένα άλλο αγαπημένο του θέμα – χωρίς να προκαλεί δυσπιστία ή απόρριψη, να καταλαμβάνει μια προνομιακή θέση, χωρίς να παρεμβαίνει. «Δεν είμαι ούτε κυνηγός ούτε ψαράς εικόνων. Προτιμώ να βλέπω τον εαυτό μου ως τοξότη. Οι φωτογραφίες είναι τα τρόπαια, και ξέρω εκ των προτέρων ότι μόνο το 5% έως 10% των λήψεών μου θα είναι επιτυχημένες». Θα μπορούσαμε να πούμε για τον φωτογράφο, όπως και για τους χαρακτήρες του, ότι: «ο δρόμος είναι η χώρα τους», χρησιμοποιώντας μια φράση που επινόησε ο Jules Valles για να αναφερθεί τόσο στους απόκληρους της κοινωνίας, όσο και στην ομάδα των μποέμ και ρομαντικών καλλιτεχνών που πολέμησαν στο πλευρό του στα οδοφράγματα του Παρισιού κατά τη διάρκεια της Κομμούνας του 1870.

Par de dos

Η Μαδρίτη, της οποίας γνώριζε σχεδόν κάθε γωνιά, ήταν η αγαπημένη του πόλη για να φωτογραφίζει. «Η πόλη σε παγιδεύει» – όπως του άρεσε να λέει – και ο Baylon είχε αφεθεί να παρασυρθεί από τη μαγεία των περαστικών. Οι λαχειοπώλες, οι ζητιάνοι, οι μεθυσμένοι, οι συνταξιούχοι είναι τα ποικίλα παραδείγματα των ανθρώπων που τον απασχολούσαν. Πάντα με σεβασμό, αθόρυβα και χωρίς παρεμβάσεις, ο Baylón απαθανάτισε τους δρόμους μιας πρωτεύουσας γεμάτης με ανώνυμες φιγούρες και αξιοπερίεργες καταστάσεις. Με τη σειρά του «Par de dos» αποδεικνύει ότι ήταν ήδη μπροστά από την εποχή του Instagram, μεταφέρνοντας στις φωτογραφίες του το οπτικό χιούμορ που συναντούσε στους δρόμους και που αγαπούσε τόσο πολύ. Η σειρά απεικονίζει ασυνήθιστα, ομοιόμορφα ζευγάρια που μοιάζουν βγαλμένα κατευθείαν από καρεδάκια κόμικ. Δυο μεσήλικες με καβουράκι στο κεφάλι και πουλόβερ με το ίδιο σχέδιο στο στήθος περπατούν με γοργό βηματισμό, δυο κυρίες με ίδια παπούτσια, δυο τυφλοί που φορούν μπερέδες και τα χαρακτηριστικά μαύρα γυαλιά προχωρούν προβάλλοντας τα λευκά τους μπαστούνια, αλλά και δυο πλανόδιοι οργανοπαίκτες που απομακρύνονται με τα ακορντεόν στη πλάτη. Δύο ηλικιωμένοι άνδρες που φορούν καπέλα, ακουμπούν στα μπαστούνια τους με το δεξί τους χέρι και καλύπτουν τα μάτια τους με το αριστερό τους χέρι καθώς κοιτάζουν προς τον ήλιο. Φαίνονται σαν να έχουν ετοιμάσει τη πόζα τους, περιμένοντας κάποιον κυνηγό στιγμών να συλλάβει μια στιγμή από αυτές που συμβαίνουν μόνο μια φορά στη ζωή. Ο Luis Baylón, επιδεικνύοντας το ένστικτό του, απαθανάτισε αυτή τη στιγμή, όπως και πολλά άλλα ζευγάρια που, ντυμένα ακριβώς το ίδιο και επαναλαμβάνοντας τις ίδιες χειρονομίες σαν σε αυθόρμητες χορογραφίες, μας υπενθυμίζουν ότι η πραγματικότητα συχνά ξεπερνά τη μυθοπλασία.

Par de dos

Το 1996, ο Baylón κατάφερε να ξεπεράσει την εξάρτηση του από τα ναρκωτικά και εκείνη τη χρονιά ορόσημο για τη ζωή του εξέδωσε το πρώτο του βιβλίο – το «Tarde de toros» (Το Απόγευμα των Ταύρων). Ενώ όλα τα μάτια στην αρένα ταυρομαχιών Las Ventas είναι στραμμένα στην αρένα, ο φακός του εστιάζει στο κοινό και ο ίδιος περνά απαρατήρητος. Ελάχιστες είναι οι φωτογραφίες του λευκώματος που εστιάζουν στη δράση ή στη τελετουργία της ταυρομαχίας. Ο Baylón ενδιαφέρεται περισσότερο για τους θεατές, για τα πηγαδάκια που σχηματίζονται πριν την είσοδο, για τη φιλαρέσκεια των γυναικών στις κερκίδες, για τους λιγότερο προνομιούχους που έχουν βγάλει εισιτήριο στις θέσεις που τις χτυπά ο ήλιος. «Αν κάθε φωτογραφία είναι ένα βλέμμα, αυτές σε αυτό το βιβλίο είναι ένα βλέμμα στο βλέμμα. Μόνο μέσα από το βλέμμα του κοινού, γνωρίζουμε τι συμβαίνει εκτός κάδρου, εκεί κάτω στην αρένα…», γράφει στο πρόλογο ο Antonio Caballero, ο Κολομβιανός συγγραφέας, σκιτσογράφος και δημοσιογράφος, ο οποίος έχει γίνει γνωστός ως ο «μαιτρ των φωτορομάντζων».

Tarde de toros.

Τα διαφημιστικά σλόγκαν, οι αφίσες, οι εμπορικές ταμπέλες, τα φανάρια κ.λπ. κατά τη διάρκεια των φωτογραφικών περιπλανήσεων μετατρέπουν τους δρόμους της πόλης σε μια αστείρευτη πηγή σημασιολογικού πλούτου προσφέροντας κάθε είδους αναγνώσεις και παιχνίδια. Το «De Desengaño a la Cruz» (Από την Απογοήτευση στον Σταυρό) είναι ένα υπέροχο παράδειγμα φωτογραφικής περιπλάνησης, στην οποία ο Baylon χαρτογραφεί το προσωπικό του δρομολόγιο στη γειτονιά με κόκκινα φανάρια της Μαδρίτης, στην οποία μπαίνετε και βγαίνετε από αυτούς τους δύο δρόμους (Cale del Desengaño και Cale de la Cruz), τα ονόματα των οποίων μοιάζουν με ειρωνεία της μοίρας. Οι ιστορίες από τη ζωή στους δρόμους είναι γεμάτες ποιητικές συμπτώσεις σαν κι αυτή, διαποτισμένες με σουρεαλιστικό χιούμορ, όπως εκείνη με την ηλικιωμένη κυρία που στέκεται αποκαμωμένη μπροστά από την είσοδο ενός sex shop, αλλά και σκηνές με πικρό χιούμορ, όπως αυτή με την κουλουριασμένη ναρκομανή που κάθεται στο παγκάκι κυριευμένη από συμπτώματα στέρησης, ενώ στο φόντο πίσω της δεσπόζει η πινακίδα ενός γραφείου στοιχημάτων που λέει «Deus da a sorte» (Ο Θεός δίνει τύχη). Ο Baylón, βίωσε από πρώτο χέρι τις καταστροφικές συνέπειες των ναρκωτικών και από πρώτο χέρι τους θανάτους από AIDS ή από υπερβολική δόση ηρωίνης μεταξύ φίλων και γνωστών. Ο μέντορας και στη συνέχεια φίλος του, ο Γάλλος φωτογράφος Bernard Plossu, είπε ότι «το πιο δύσκολο πράγμα είναι να δείξεις τη δυστυχία και την τραγωδία με αλήθεια και τρυφερότητα, χωρίς τεχνάσματα» και αναφερόμενος στον Baylón, πρόσθεσε ότι «έχει αυτή την αυθεντική σεμνότητα».

De Desengaño a la Cruz

Το 2006, το Πανεπιστήμιο της Βαλένθια δίνει την ευκαιρία στον Luis Baylón να συνεργαστεί με τον Bernard Plossu, όταν τους αναθέτει να δημιουργήσουν ένα πανόραμα της πόλης. Είναι τέχνη το να χάνεσαι στις πόλεις και οι δυο τους, αναμφίβολα, ξέρουν πώς να χάνονται. Είναι δεξιοτέχνες στην τέχνη του να αφήνονται, να περιπλανιούνται στους δρόμους. Η Βαλένθια τους δίνει την δυνατότητα να προκαλέσουν αυτό το εκλεπτυσμένο μείγμα τύχης και πραγματικότητας που, σύμφωνα με τον Plossu, απαιτεί μια καλή φωτογραφία. Το αποτέλεσμα της δουλειάς τους εκδίδεται, το 2008, σε έναν τόμο με τίτλο «En Valencia». Στις εκατό σελίδες του περιέχονται οι προσπάθειες των φωτογράφων να απαθανατίσουν μια ακούσια χειρονομία, να μας κάνουν να δούμε μια φαινομενικά άσχετη λεπτομέρεια, να δημιουργήσουν μια ανεξήγητη σύνδεση μεταξύ εικόνων.

En Valencia, Luis Baylón – Bernard Plossu

Ο Bernard Plossu αναφέρεται πάντα με τα καλύτερα λόγια στον Baylón: «Ο Luis είναι ο πιο «κολλημένος στη ζωή» φωτογράφος που ξέρω. Όταν περιπλανιέται κανείς μαζί του στην πόλη, μπορεί να δει ότι το είδος των ανθρώπων που φωτογραφίζει δεν είναι «απλώς» μοντέλα, θέματα προς φωτογράφιση, αλλά ανθρώπινα όντα με τα οποία μοιράζεται την ψυχή, την κούραση, τα ελαττώματα, τις δυστυχίες. Είμαι σίγουρος ότι μαθαίνει από αυτούς, όπως κι εμείς όταν μας τους παρουσιάζει. Σε κάθε γωνιά της πόλης, ο Luis είναι εκεί. Ο κόσμος του είναι εκεί. Στη Μαδρίτη, φυσικά, αλλά και στη Βαλένθια και στη Μασσαλία και το Πόρτο, είναι στην πραγματικότητα σαν να βρίσκεσαι στην ίδια πόλη, την ίδια και μοναδική πόλη. Ο Baylón είναι πανταχού παρών στις φωτογραφίες του, μέσα και έξω από αυτές. Οι φωτογραφίες του δεν μπορούν να αφήσουν κανέναν αδιάφορο. Ωστόσο, δεν υπάρχει εντυπωσιασμός, καμία δυστυχία, ούτε υπερβολικός κόκκος, ούτε σκοτεινοί ουρανοί που επιβάλλουν το δράμα. Οι εικόνες του είναι αυτό που βλέπεις, η άμεση πραγματικότητα, ο κόσμος και οι κάτοικοί του. Και έτσι, μετά από όλα αυτά τα χρόνια, έχει δημιουργήσει αυτό το ογκώδες έργο, που είναι ποιητικό αλλά πραγματικό, επώδυνο και τρυφερό. Ο Baylón ξέρει πώς να αγαπά τους ανθρώπους που φωτογραφίζει, παρά το γεγονός ότι μας δείχνει τόση δυστυχία και τόσο δράμα, και αυτό είναι τόσο δύσκολο στη φωτογραφία! Ο Luis φτάνει σε αυτό το επίπεδο χάρη στην καρδιά του, τη φύση του και την εμπειρία της ζωής του. Ευτυχώς. Οι φωτογραφίες του είναι παντοτινές. Ο χρόνος έχει νικηθεί».

Madrid Αnonimo

Το νήμα που διατρέχει το έργο του Baylón όλα αυτά τα χρόνια έχει συμπυκνωθεί σε αυτό που ο ίδιος αποκαλεί «Madrid Αnonimo». Είναι παράδοξο ότι ο δρόμος, ένας χώρος δημόσιας ιδιοκτησίας, μας καθιστά όλους ανώνυμους. Στις φωτογραφίες του απεικονίζει απλούς, καθημερινούς ανθρώπους να πίνουν σε μπαρ, να περπατούν κατά μήκος των πεζοδρομίων, να διασχίζουν διαβάσεις, να σταματούν για να μιλήσουν με άλλους πεζούς ή άστεγους που απλώς ζουν στους δρόμους. Αυτή η πραγματικότητα, η οποία επειδή είναι τόσο κοινότοπη μερικές φορές μας φαίνεται αόρατη, γίνεται το επίκεντρο της προσοχής του Luis Baylón, ο οποίος την συναντά να ξεδιπλώνεται μπροστά στα μάτια του κάθε μέρα: «Είναι η σκληρότητα της ζωής. Νιώθεις κάπως ανίσχυρος. Αλλά είναι καλό να το προσέχεις και να το αναδεικνύεις. Ας αφήσουμε να αγγίξει τις συνειδήσεις μας, ώστε να μπορέσουμε πραγματικά να το κατανοήσουμε […] Πρέπει να συμμετέχουμε περισσότερο στην κοινωνική ζωή». Μια τέτοια «ανώνυμη» γυναίκα είναι κι αυτή που, μια ωραία μέρα, αποφάσισε να πηδήξει τον τοίχο του ψυχιατρείου Ciempozuelos και να επιστρέψει στους δρόμους. Εκεί τη βλέπουμε, γυμνή από τη μέση και πάνω, να περπατάει εντελώς αδιάφορη για τους υπόλοιπους περαστικούς. Είναι όμως και εκείνη η λεπτή γυναίκα, μέσης ηλικίας, που περιμένει στην ουρά της στάσης του λεωφορείου βυθισμένη σε μια ογκώδη βιογραφία του Σίγκμουντ Φρόιντ. Η γκριμάτσα στο πρόσωπό της μπορεί να περιγραφεί μόνο ως ποίημα. Οι φωτογραφίες του Baylon έχουν συχνά αυτή την ικανότητα: να συμπυκνώνουν μια ιστορία ή μια πλοκή σε μια και μόνο εικόνα.

Madrid Αnonimo

Το ίδιο πνεύμα είναι εμφανές στις φωτογραφίες που τράβηξε ο Baylón στα ταξίδια του στην Ινδία και το Μαρόκο, το 1992, ένα ορόσημο στην καριέρα του. Σε τέτοιο βαθμό που η ταξιδιωτική φωτογραφία έχει γίνει το δεύτερο νήμα στο έργο του. Καμία υπόκλιση στον εύκολο εξωτισμό, καμία καρτ ποστάλ διακοπών. Είναι αλήθεια ότι οι κάτοικοι της Ινδίας και, σε μικρότερο βαθμό υποθέτω, εκείνοι της Φεζ έχουν σιχαθεί μέχρι τις παρυφές των σάρι ή των τουρμπανιών τους τις αυτόματες φωτογραφικές μηχανές των δυτικών τουριστών. Αλλά οι φωτογραφίες του Baylon εκπέμπουν μια τέτοια φυσικότητα που ο καθένας θα υποψιαζόταν ότι ήταν πάντα εκεί, αν όχι σε αυτή τη ζωή, τότε σε κάποια προηγούμενη μετενσάρκωση. Είναι σαν να τις έχει πάρει κάποιος που γνωρίζει το μυστικό, αλλά αρνείται να το αποκαλύψει. Αυτή η μοναχική φιγούρα του άνδρα ντυμένου με τη σκουρόχρωμη κελεμπία, που απομακρύνεται όλο και περισσότερο από την πόλη δεν μειώνεται από τη μεγαλοπρέπεια του τοπίου γύρω του. Αντιθέτως, φαίνεται ότι εξευγενίζεται από την αποφασιστικότητα με την οποία αντιμετωπίζει τη φύση. Το ίδιο μπορεί να ειπωθεί και για εκείνη την ομάδα παριών που στοιβάζονται σε μια βάρκα που πλέει στον Γάγγη προς τον ορίζοντα.

Μαρόκο – Γάγγης

Γοητευμένος από την Ινδία επέστρεψε στην πόλη Αλαχαμπάντ, το 2001 και το 2013, για να φωτογραφίσει την ινδουιστική θρησκευτική γιορτή Maha Kumbha Mela, η οποία λαμβάνει χώρα κάθε δώδεκα χρόνια σε τέσσερις πόλεις της Ινδίας ταυτόχρονα. Τα στιγμιότυπα που τράβηξε, αποτυπώνουν τη συγκέντρωση εκατομμυρίων ανθρώπων που έρχονται για να κάνουν ιερά λουτρά στη συμβολή των ποταμών Γάγγη, Γιαμούνα και των υπόγειων ποταμών Σαρασουάτι. Το 2005 κέρδισε την Υποτροφία Endesa, και την χρησιμοποίησε για να ταξιδέψει στο Πεκίνο και να ξεκινήσει μια σειρά φωτογραφιών για την πρωτεύουσα της Κίνας και τους ανθρώπους της, πριν από τη μεγάλη πρόκληση της προσαρμογής και της αναδιάρθρωσης της πόλης προκειμένου να φιλοξενήσει τους Ολυμπιακούς Αγώνες του 2008. Πολλά χουτόνγκ, παραδοσιακά σοκάκια στην παλιά πόλη του Πεκίνου γεμάτα με μονοκατοικίες, ήταν στα πρόθυρα της εξαφάνισης για να ανοίξουν δρόμο για νέες, μεγαλύτερες κατοικίες. Οι κάτοικοι αυτών των γειτονιών φαίνονται ήρεμοι στις καθημερινές τους δραστηριότητες, κάτι που έρχεται σε αντίθεση με τη φασαρία μιας μεγάλης πόλης όπως το Πεκίνο.

«Οι φωτογραφίες μου είναι ο τρόπος μου να βιώνω τη ζωή. Όταν βγάζω φωτογραφίες, προβάλλω τον εαυτό μου στα πράγματα που φωτογραφίζω. […] Νομίζω ότι η πραγματική ζωή είναι δύσκολη και γεμάτη πόνο. Αυτό που προσπαθώ να κάνω είναι να μεταγράψω την πραγματικότητά μου και την πραγματικότητα αυτού που βλέπω. Εκφράζομαι μέσα από αυτήν. Είναι αυτό που είναι, και δεν το ψάχνω, απλώς το βρίσκω».

Πεκίνο

Φανατικός καπνιστής και ο ίδιος, δεν μπορούσε παρά να στρέψει το φακό του προς αυτούς τους θεριακλήδες του τσιγάρου, ιδιαιτέρα μετά τη δημόσια απαγόρευση του καπνίσματος. Αρχικά ήταν τα νοσοκομεία, έπειτα τα αεροπλάνα και μετά τα δημόσια κτίρια, εστιατόρια, γραφεία, μπαρ…Στη συνέχεια δημιουργήθηκαν ειδικές ζώνες σε όλους τους δημόσιους χώρους και τοποθετήθηκαν πινακίδες: «Μόνο για καπνιστές». Μέσα σε αυτό το παραλήρημα στο οποίο έχει βυθιστεί η κοινωνία, η σειρά «Solo Fumadores» (Μόνο καπνιστές) του Baylón αποτελεί την εξαίρεση. Οι κύριοι χαρακτήρες, αντί να δικάζονται και να καταδικάζονται, αντιμετωπίζονται με σεβασμό, και μας υπενθυμίζουν ότι, αντίθετα με αυτό που θέλουν να πιστεύουμε, δεν είναι τέρατα, είναι άνθρωποι της διπλανής πόρτας. Σερβιτόροι, πόρνες, τραπεζίτες, νοικοκυρές, επιχειρηματίες, φοιτητές, άλλο εύποροι, άλλοι λούμπεν…άνθρωποι από όλα τα κοινωνικά στρώματα που μοιράζονται την ίδια ευχαρίστηση και που το κάπνισμα έχει καταφέρει να τους φέρει στο ίδιο επίπεδο που κανένα κοινωνικό ή πολιτικό σύστημα δεν το έχει πετύχει σε όλη την ιστορία. Άνθρωποι που απαιτούν μόνο τον σεβασμό που τους αρμόζει. Οι φωτογραφίες του Baylón είναι ένας ύμνος στην ελευθερία, στο δικαίωμα επιλογής, επομένως και στο δικαίωμα να κάνουν λάθη. Το κάπνισμα σίγουρα σκοτώνει, και οι καπνιστές το έχουν καταλάβει, αλλά παρά τον κίνδυνο συνεχίζουν να το απολαμβάνουν με ένταση. Όπως λέει ο Baylón: «Από κάτι πρέπει να πεθάνεις!».

Solo Fumadores

Ο Baylon συνέχισε να ταξιδεύει και να φωτογραφίζει στους δρόμους μέχρι το 2017, όταν άρχισε να επικεντρώνεται στην αξιολόγηση του αρχείου του. Μετά από τρία χρόνια επιλογής φωτογραφιών και κοπιαστικής δουλειάς στο σκοτεινό θάλαμο, κατάφερε να δημοσιεύσει το «Madrid en Plata»  (Η Μαδρίτη στην πλατεία), ένα λογοπαίγνιο, που συνοψίζει τη δουλειά του στους δρόμους της ισπανικής πρωτεύουσας και την προσέγγισή του στη φωτογραφία για περισσότερα από τριάντα χρόνια. Δυστυχώς, αυτό το βιβλίο αποδείχθηκε το τελευταίο έργο του Luis Baylón, ο οποίος πέθανε τον Οκτώβριο του 2023 σε ηλικία εξήντα πέντε ετών, αφήνοντας «ορφανό τον δρόμο της Μαδρίτης».

Χρήστος Κοψαχείλης, Ιανουάριος 2026

Πηγές:

      • Quico Rivas: Luis Baylón, The Furtive Photographer
      • Andres Barba: Luis Baylón, El Gato, ELPAIS
      • https://www.luisbaylon.com