Η Edith Tudor Hart, το γένος Suschitzky, ανήκε στην ομάδα των πολιτικά αφοσιωμένων φωτογράφων, ανδρών και γυναικών, που από τη δεκαετία του 1920 και μετά, ανταποκρίθηκαν στις πολιτικές εξελίξεις και με το έργο της αναδείχτηκε σε μια από τις σημαντικότερες φωτογράφους κοινωνικού ρεπορτάζ. Εργάστηκε αρχικά στην Αυστρία και στη συνέχεια στη Βρετανία, από τις αρχές της δεκαετίας του 1930 έως τις αρχές της δεκαετίας του 1950. Γεννήθηκε σε μια εργατική γειτονιά της Βιέννης το 1908. Ο πατέρας της, Wilhelm Suschitzky (1877–1934), ήταν ένας αφοσιωμένος σοσιαλιστής, που γεννήθηκε στην εβραϊκή κοινότητα της Βιέννης, αλλά είχε αποκηρύξει τον Ιουδαϊσμό και είχε γίνει άθεος. Μαζί με τη σύζυγό του Adel άνοιξαν το πρώτο σοσιαλδημοκρατικό βιβλιοπωλείο στη Βιέννη, καθώς και έναν μικρό εκδοτικό οίκο που τύπωνε προοδευτικά βιβλία. Η Edith κι ο μικρότερος αδελφός της Wolfgang Suschitzky, γνώρισαν ενδιαφέροντες ανθρώπους, όπως τους συγγραφείς που πήγαιναν και έτρωγαν μεσημεριανό μαζί μας, ενώ διατηρούσαν τις παιδικές αναμνήσεις από τον ενθουσιασμό με τον οποίο υποδέχτηκε η οικογένειά τους τη Ρωσική Επανάσταση το 1917. Ο πατέρας της, άσκησε πρώιμη επιρροή, αλλά οι πολιτικές του απόψεις ήταν αρκετά συντηρητικές  για την Edith, η οποία εντάχθηκε στο αυστριακό κομμουνιστικό κίνημα νέων από πολύ μικρή ηλικία.

Edith Tudor-Hart: Self-portraits with unknown men

Στα 16 της χρόνια, είχε ήδη εγκαταλείψει το σπίτι των γονιών της για να παρακολουθήσει μαθήματα με τη Maria Montessori στο Λονδίνο, σκοπεύοντας να γίνει νηπιαγωγός, ενώ παράλληλα έβγαζε φωτογραφίες στον ελεύθερο χρόνο της. Αφού ολοκλήρωσε την εκπαίδευσή της στη μέθοδο Montessori κινήθηκε σε κύκλους που προωθούσαν ριζοσπαστικές, αντιαυταρχικές σχολικές και εκπαιδευτικές μεταρρυθμίσεις. Όσοι τη γνώριζαν στα νιάτα της την περιγράφουν ως εξαιρετικά ζωηρή, διασκεδαστική, φιλοπερίεργη και χαρισματική. Το 1928 απελάθηκε από την Αγγλία, επειδή φωτογραφήθηκε σε μια κομμουνιστική συγκέντρωση και αναγκάστηκε να επιστρέψει στην ηπειρωτική Ευρώπη για να σπουδάσει φωτογραφία με τον Walter Gropius στο Bauhaus της Γερμανίας. Οι επιρροές αυτής της σχολής είναι εμφανείς στις πρώτες φωτογραφίες της Edith, όπως εμφανίζονται στην «Ferris Wheel, Vienna» με τη χαρακτηριστικά έντονη γεωμετρική φόρμα και την εκπληκτική προοπτική. Σημειώστε το υπερβολικό μέγεθος των χαλύβδινων στηριγμάτων του τροχού και τις μικροσκοπικές φιγούρες των ανθρώπων που στέκονται στο έδαφος. Η προθυμία της φωτογράφου να καταγράψει τον δυναμισμό της αστικής ζωής υποδηλώνει ότι γνώριζε τις εξελίξεις στη σοβιετική πρωτοποριακή φωτογραφία.

Ferris Wheel, Βιέννη, 1931

Στη συνέχεια όμως η Edith θέλησε να ενσταλάξει τα πολιτικά της ιδανικά μέσω της τέχνης της. Χρησιμοποίησε μια φωτογραφική μηχανή Rolleiflex καθ’ όλη τη διάρκεια της καριέρας της για να μεταφέρει το ισχυρό κοινωνικό της μήνυμα. Το να βλέπει και να φωτογραφίζει τον κόσμο από το ύψος της μέσης, αφού έτσι κρατάς αυτές τις κάμερες, σήμαινε ότι μπορούσε να επικοινωνεί καλύτερα με τα θέματά της. Το πρόσωπό της δεν κρυβόταν από την κάμερα. Ακτιβίστρια κατά του φασισμού και κομμουνίστρια, χρησιμοποίησε τη φωτογραφία για να αναδείξει την κοινωνική ανισότητα και τη στέρηση, πιστεύοντας ότι οι φωτογραφίες έχουν τη δύναμη να διαφοροποιήσουν τις πεποιθήσεις των ανθρώπων και να αλλάξουν τον κόσμο. Έβλεπε τη φωτογραφία ως εργαλείο για την καταγραφή των κοινωνικών αδικιών, για τη διάδοση των πολιτικών της ιδεών  και ως ένα  πολιτικό όπλο που θα μπορούσε να βοηθήσει στην ευρύτερη ευαισθητοποίηση σχετικά με τη ζωή της εργατικής τάξης που αντίκρυζε: συγκλονιστικές συνθήκες διαβίωσης, ανεργία, ασθένειες και πείνα.

Οι πρώτες της φωτογραφίες τραβήχτηκαν περίπου το 1930 και δείχνουν μια τεχνικά καταρτισμένη φωτογράφο. Ήταν η περίοδος κατά την οποία, χάρη στις τεχνολογικές εξελίξεις, η φωτογραφία είχε εμπλακεί στα πολιτικά και κοινωνικά ζητήματα της εποχής όσο ποτέ άλλοτε και είχε αποκτήσει τεράστια σημασία στα μέσα μαζικής ενημέρωσης. Έτσι η Edith Suschitzky αποφάσισε να ξεκινήσει μια καριέρα ως φωτορεπόρτερ στα περιοδικά Arbeiter-Illustrierte-Zeitung και Die Bühne. Το γεγονός ότι ήταν κομμουνίστρια και παρόλα αυτά εργαζόταν για σοσιαλδημοκρατικά έντυπα οφειλόταν στο γεγονός ότι το Κομμουνιστικό Κόμμα της Αυστρίας (KPÖ) έπαιζε ελάχιστο ρόλο στο μιντιακό (και πολιτικό) τοπίο της Αυστρίας – από αυτή την άποψη η νεαρή φωτογράφος έπρεπε να προσαρμοστεί στις εμπορικές πραγματικότητες του επαγγέλματός της.

Karl-Marx-Hof, Βιέννη, 1931

Το πρώτο της ρεπορτάζ που δημοσιεύτηκε αφορούσε το συγκρότημα κατοικιών Karl-Marx-Hof, που χτίστηκε από τους Σοσιαλδημοκράτες μεταξύ 1927 και 1930 και έμοιαζε με φρούριο. Με μήκος ένα χιλιόμετρο, τα τεράστια τείχη του περικύκλωναν σχεδόν 1400 διαμερίσματα για Βιεννέζους εργάτες. Στις φωτογραφίες της, η Tudor-Hart δίνει έμφαση τόσο στη δυναμική του, όσο και την αίσθηση του μοντερνισμού. Ωστόσο, η ιστορία του κτιρίου εξελίχτηκε δυσάρεστα. Τον Φεβρουάριο του 1934, κατά τη διάρκεια του βραχύβιου αυστριακού εμφυλίου πολέμου, το κτίριο βομβαρδίστηκε από τις αυστροφασιστικές δυνάμεις. Υπερτερώντας σε αριθμό όπλων και ανησυχώντας για τις γυναίκες και τα παιδιά που βρίσκονταν ακόμα στα σπίτια τους, οι υπερασπιστές του Karl-Marx-Hof παραδόθηκαν. Το πρώτο μαζικό κίνημα κατά του ευρωπαϊκού φασισμού ηττήθηκε εύκολα και οι Αυστριακοί Σοσιαλδημοκράτες οδηγήθηκαν στην παρανομία και την εξορία.

Swastikas in Shadow, Vienna, 1932

Το Αυστριακό Ναζιστικό Κόμμα δυνάμωσε από τις αρχές της δεκαετίας του 1930, κυρίως ως απάντηση σε μια απότομη ύφεση της οικονομίας. Αποδείχθηκε ιδιαίτερα δημοφιλές στους νέους, πολλοί από τους οποίους υπέφεραν από μακροχρόνια ανεργία. Τον Μάιο του 1933, ο Αυστριακός Καγκελάριος, Engelbert Dollfuss, απαγόρευσε εντελώς τις διαδηλώσεις, κλείνοντας το κέντρο της Βιέννης με συρματοπλέγματα, ενώ λίγο αργότερα καταργήθηκε το Αυστριακό Κοινοβούλιο. Η Edith Suschitzky συνελήφθη επ’ αυτοφώρω να εργάζεται ως αγγελιοφόρος για τους κομμουνιστές και διαπιστώθηκε ότι είχε στο σπίτι της ένα σωρό ενοχοποιητικά έγγραφα και φωτογραφίες. Ενώ βρισκόταν στη φυλακή, εν αναμονή της δίκης, έλαβε την άδεια να παντρευτεί στην Βρετανική Πρεσβεία, των αριστερών πεποιθήσεων Άγγλο γιατρό Alex Tudor-Hart, ο οποίος είχε αφήσει τη γυναίκα και τα δύο παιδιά του για να είναι μαζί της. Δεδομένου ότι απέκτησε τη Βρετανική υπηκοότητα μέσω του γάμου, της επετράπη να συνοδεύσει τον σύζυγό της στο Λονδίνο, όπου εκείνος διατηρούσε το ιατρείο του σε μια εργατική περιοχή. Η Edith δεν επέστρεψε ποτέ στη Βιέννη. Το μεγαλύτερο μέρος του αρχείου των φωτογραφιών της είχε κατασχεθεί και καταστραφεί. Με τη φυγή της γλίτωσε από το Ολοκαύτωμα, που εξόντωσε και εκτόπισε μεγάλο μέρος της οικογένειάς της. Ο πατέρας της αυτοκτόνησε, ενώ η μητέρα της κατάφερε να διαφύγει και αυτή στην Αγγλία, το 1937.

Βιέννη 1933

Καθώς το ζεύγος Tudor-Hart κινούνταν ανάμεσα σε προοδευτικούς κύκλους, ανατέθηκε στην Edith να φωτογραφίσει την ανέγερση του Isokon, ενός μοντερνιστικού συγκροτήματος διαμερισμάτων στο βόρειο Λονδίνο. Υπήρχε ένα δίκτυο εξόριστων Αυστριακών και Γερμανών και το Isokon έγινε ένα είδος Bauhaus στη Βρετανία – ένας πόλος έλξης για τους διανοούμενους. Η Edith Tudor-Hart τράβηξε ενδιαφέρουσες φωτογραφίες του εξωτερικού και των εσωτερικών χώρων του Isokon, καθώς και από το πάρτι των εγκαινίων του. Ως συνειδητοποιημένη αριστερή, φωτογράφισε τους εργάτες που έχτιζαν τα διαμερίσματα, αναγνωρίζοντας τον μόχθο τους. Στις φωτογραφίες της από αυτή τη σειρά περιλαμβάνονται επίσης λήψεις των φίλων της Jack και Molly Pritchard, του ζευγαριού που, μαζί με τον αρχιτέκτονα Wells Coates, ηγήθηκαν της κατασκευής των διαμερισμάτων.

Το Isokon, το οποίο είναι επίσης γνωστό ως Lawn Road Flats, ήταν το πρώτο συγκρότημα διαμερισμάτων από οπλισμένο σκυρόδεμα στο Ηνωμένο Βασίλειο και παρουσιάστηκε ως τεχνικά και κοινωνικά καινοτόμο. Προωθώντας έναν “επαναστατικό τρόπο ζωής”, η ιδέα ήταν ότι νέοι άνδρες και γυναίκες μέσων εισοδημάτων θα κατοικούσαν σε μικροσκοπικά, αλλά πλήρως εξοπλισμένα, μοντέρνα διαμερίσματα. Η Tudor-Hart χρησιμοποίησε μια λήψη από το μπαλκόνι κατά τη διάρκεια των εγκαινίων για να δημιουργήσει την πρώτη χριστουγεννιάτικη κάρτα του Isokon. Ο ιδρυτής του Bauhaus, Walter Gropius, αγόρασε μια ολόκληρη στοίβα από αυτές τις κάρτες για να τις στείλει, καθώς είχε μετακομίσει εκεί λίγο μετά το άνοιγμα του συγκροτήματος το 1934. Ανάμεσα στους ένοικους βρισκόντουσαν ο Marcel Breuer και ο László Moholy-Nagy, καθώς και (αργότερα) η Agatha Christie, ενώ οι Henry Moore, Barbara Hepworth και Ben Nicholson ήταν θαμώνες του Isobar, του κοινόχρηστου χώρου διασκέδασης στο υπόγειο του κτιρίου.

Μετά το Isokon φωτογράφισε το Kensal House, το οποίο ήταν σχεδιασμένο από τον Βρετανό αρχιτέκτονα Maxwell Fry και χρηματοδοτήθηκε από την Gas Light and Coke Company για ενοικιαστές της εργατικής τάξης. Ήταν ένα από τα λίγα μοντερνιστικά οικοδομικά τετράγωνα της περιόδου που δεν κατοικούνταν από τις μεσαίες τάξεις. Χτισμένο στη θέση ενός παλιού αποθηκευτικού χώρου καυσίμων, ενσωμάτωνε ένα φωτεινό, ημικυκλικό νηπιαγωγείο στη σκιά των διαμερισμάτων. Η Tudor-Hart ανέλαβε τη φωτογράφιση, συνεργαζόμενη με τον μικρότερο αδελφό της, Wolfgang Suschitzky. Η αρχιτεκτονική του ενσάρκωνε τις αρχές της χαμηλού κόστους και της ολοκληρωμένης διαβίωσης που ασπάζονταν οι αρχιτέκτονες Bauhaus.

Kensal House, Λονδίνο, 1934

Η Tudor-Hart εκτός από τις φωτογραφίσεις κτιρίων, εργάστηκε εκτενώς σε κοινότητες της εργατικής τάξης στο Ανατολικό και Βόρειο Λονδίνο, φωτογραφίζοντας παιδιά στους δρόμους και οικογένειες στα σπίτια τους. Ήταν μέρος ενός ευρύτερου κινήματος της αριστεράς που ανησυχούσε για τα προβλήματα στέγασης στις φτωχογειτονιές. Ωστόσο, οι φωτογραφίες της δεν περιορίζονται απλώς στη προπαγάνδα και η ικανότητά της να συνδέεται με αυτούς που φωτογραφίζει – συχνά γυναίκες και παιδιά – είναι εμφανής. Σε αντίθεση όμως με τη στατική, φωτογραφία πορτρέτου που γινόταν στα στούντιο και ήταν συνηθισμένη εκείνη την εποχή, η Tudor-Hart απεικόνιζε τις οικογένειες και ιδιαίτερα τα παιδιά με μεγάλη φυσικότητα και ζωντάνια. Στην «Stepney Family», τραβηγμένη σκόπιμα μέσα από το παράθυρο για να περιορίσει τον συναισθηματισμό, το βλέμμα του θεατή οδηγείται από τα δύο ξαπλωμένα στο κρεβάτι αγόρια προς τη μεγαλύτερη κόρη, η οποία κοιτάζει μακριά έξω από το κάδρο, ενώ η μητέρα κοιτάζει σταθερά κατευθείαν στην κάμερα κρατώντας σφιχτά τη μικρότερη κόρη της. Το χαμόγελο στο πρόσωπο του μικρού κοριτσιού είναι μια απόλαυση.

Stepney Family, Λονδίνο, 1932

Κατά τη διάρκεια μιας μικρής οικονομικής ανάκαμψης, η Tudor-Hart κατάφερε να δημιουργήσει ένα φωτογραφικό στούντιο στο Λονδίνο: «Edith Tudor-Hart – Σύγχρονη Φωτογραφία» έγραφε το λογότυπο στο επιστολόχαρτό της. Έτσι μπόρεσε να εξασφαλίσει κάποιες διαφημιστικές αναθέσεις, όπως για παράδειγμα από την προοδευτική εταιρεία κατασκευής παιχνιδιών Abbatt Toys. Λάμβανε επίσης παραγγελίες για πορτρέτα μέσω ενός εκτεταμένου δικτύου επαφών και φίλων της, συμπεριλαμβανομένων κύκλων εξόριστων. Ωστόσο, όπως και άλλοι μοντερνιστές φωτογράφοι της εποχής, φωτογράφιζε συχνά πινακίδες και διαφημίσεις στο αστικό περιβάλλον, καθημερινές δηλώσεις των οποίων το νόημα θα μπορούσε να ανατραπεί. Πλαισιωμένη από τον φακό, ο παραλογισμός αυτής της συγκεκριμένης διαφημιστικής πρότασης γίνεται σαφής. Στη Βρετανία της δεκαετίας του 1930, ακόμη και ο θάνατος γίνεται εμπόρευμα, με τις τελετουργίες του να ρυθμίζονται από την τιμή.

Funeral Parlour, Λονδίνο, 1934

Όταν ο σύζυγός της Alex μετέφερε το ιατρείο του στη Νότια Ουαλία για να συνεργαστεί με τους ανθρακωρύχους και τους εργάτες χάλυβα στη περιοχή της κοιλάδας Rhondda, η Edith άρχισε να φωτογραφίζει ανθρώπους που υπέφεραν από τις επιπτώσεις της πείνας και της ανεργίας. Η οικονομική κρίση είχε πλήξει σκληρά τη βαριά βιομηχανία και τα ορυχεία στη βόρεια Αγγλία και σε πολλές μικρές πόλεις και χωριά, εννέα στους δέκα άνδρες ήταν άνεργοι. Με τις φωτογραφίες της, η Tudor-Hart ξεχώρισε σαφώς από το κυρίαρχο ρεύμα της βρετανικής φωτογραφίας, που χαρακτηριζόταν εκείνη την εποχή από μια αστική, κάπως γλυκιά και συναισθηματική αισθητική. Οι φωτογραφίες της άρχισαν να γίνονται δεκτές από βρετανικά περιοδικά και εφημερίδες, όπως το The News Chronicle και Design For Today, και αργότερα το Lilliput, και το Picture Post, τα οποία ιδρύθηκαν από τον Αυστροουγγρικής καταγωγής μετανάστη Stefan Lorant. Παρείχε επίσης φωτογραφίες για την εικονογράφηση του βιβλίου της Margery Spring Rice «Σύζυγοι της Εργατικής Τάξης» που εκδόθηκε το 1939. Χαρακτηριστικό δείγμα του τρόπου που παρουσιαζόταν η δουλειά της είναι το παρακάτω ζευγάρι φωτογραφιών της.


Η συγκλονιστική αντιπαράθεση της φωτογραφίας «Poodle Parlour» με την εικόνα των παραγκουπόλεων «Gee Street, Finsbury», που δημοσιεύτηκαν στο περιοδικό Lilliput το 1939, απέδειξε τη δύναμη της προσέγγισής της. Οι δυο φωτογραφίες της αναδεικνύουν την αντίθεση μεταξύ των συνθηκών διαβίωσης των φτωχών στις πόλεις και της φροντίδας που προσέφεραν αφειδώς στα κατοικίδια οι πλούσιοι ιδιοκτήτες τους. Η σύγκριση ενθάρρυνε τον θεατή να σκεφτεί την άνιση οργάνωση της κοινωνίας. Αυτή ήταν μια τεχνική κοινή στα αριστερά εικονογραφημένα περιοδικά και στην ηπειρωτική Ευρώπη. Το αυστριακό περιοδικό Der Kuckuck είχε δημοσιεύσει μια παρόμοια ιστορία το 1931 συγκρίνοντας τις συνθήκες διαβίωσης των φτωχών του Βερολίνου με την πιο υγιεινή διαμονή του σπιτιού σκύλων της πόλης.

Caledonian Market, Λονδίνο, 1936

Το 1936, τη χρονιά που γεννήθηκε ο γιός τους Tommy, ο Alex Tudor-Hart πήγε στην Ισπανία ως χειρουργός για να διευθύνει μια ιατρική μονάδα των δημοκρατικών κατά τη διάρκεια του Ισπανικού Εμφυλίου Πολέμου. Ο γάμος τους είχε κλονισθεί. Η Edith Tudor-Hart παρέμεινε στο Λονδίνο, εργαζόμενη ως φωτογράφος και συντηρώντας έναν μικρό γιο. Ανάμεσα στις φωτογραφίες εκείνης της εποχής βρίσκουμε κάποιες τραβηγμένες στη Caledonian Market, μια από τις μεγαλύτερες υπαίθριες αγορές στο Λονδίνο κατά τη δεκαετία του 1930, η οποία ήταν δημοφιλής στους φωτογράφους, καθώς προσέφερε εύκολη πρόσβαση σε μια ζωντανή πτυχή της κουλτούρας της εργατικής τάξης της πόλης. Συνάδελφοί της φωτογράφοι, όπως ο Bill Brandt και ο László Moholy-Nagy, φωτογράφισαν επίσης εκεί, ίσως επειδή παρείχε μια αντανάκλαση μιας σύνθετης ζωής στους δρόμους που ήταν συνηθισμένη στην ηπειρωτική Ευρώπη. Η Tudor-Hart δημοσίευσε ένα φωτογραφικό δοκίμιο για την Caledonian Market με τίτλο «Η Αγορά της Γυμνής Δυστυχίας». Όπως έγραψε, «από όλες τις εργατικές συνοικίες στις μεγάλες πόλεις της Ευρώπης, αυτές στο Λονδίνο είναι οι πιο ζοφερές».

Προσφυγόπουλα από τη Χώρα των Βάσκων, North Stoneham Camp, 1937

Μια άλλη σειρά φωτογραφιών της εκείνης της περιόδου απεικόνιζε προσφυγόπουλα από τον Ισπανικό Εμφύλιο Πόλεμο. Τον Μάιο του 1937, σχεδόν 4.000 παιδιά έφτασαν με πλοία στο Σαουθάμπτον, πρόσφυγες από τις πόλεις της βόρειας Ισπανίας που είχαν πληγεί από τον εμφύλιο πόλεμο. Η Βρετανική κυβέρνηση, επιθυμώντας να παραμείνει ουδέτερη στη σύγκρουση, αρχικά δίστασε να επιτρέψει την είσοδο των προσφύγων. Ωστόσο, η φρίκη που αντίκρυσε ο κόσμος από  τον βομβαρδισμό της Guernica από τη γερμανική Λουφτβάφε, ανάγκασε την κυβέρνηση να παρέμβει, αν και αρνήθηκε τη παραμικρή οικονομική βοήθεια. Αντ’ αυτού, το στρατόπεδο υποστηρίχθηκε από εθελοντική παροχή εργασίας, συμπεριλαμβανομένων εκτεταμένων προσπαθειών από τοπικούς συλλόγους και σχολεία.

Camphill School, Bieldside, Aberdeen, 1949

Μετά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο, το ενδιαφέρον της Edith επικεντρώθηκε περισσότερο στα ευρύτερα κοινωνικά ζητήματα, όπως η πολιτική στέγασης και η φροντίδα των παιδιών με αναπηρία. Αυτή η στροφή στα ενδιαφέροντά της οφειλόταν στο γεγονός ότι μετά τον χωρισμό από τον σύζυγό της, ο γιος τους Tommy,  διαγνώστηκε με σχιζοφρένεια, αν και σήμερα θα θεωρούνταν πιθανότατα μια βαριάς μορφής αυτισμού. Η Edith έμεινε να φροντίζει τον Tommy ολομόναχη, αλλά το χειρότερο ήταν ότι το παιδί, από την ηλικία των 11 ετών, κλείστηκε σε ψυχιατρικά ιδρύματα, από τα οποία δεν εξήλθε ποτέ. Λόγω του προβλήματος με τον γιο της η Edith επικεντρώθηκε σε φωτογραφικές σειρές με παιδιά σε συνεργασία με τον Αυστριακό εξόριστο παιδίατρο Karl König, καθώς και την Anna Freud και τον Donald Winnicott, δύο από τους κορυφαίους πρωταγωνιστές της παιδικής ψυχανάλυσης. Αναγκασμένη να βγάζει τα προς το ζην μέσα από εμπορικές αναθέσεις, παρέμενε εν τούτοις καινοτόμος. Υπήρξε μία από τους πρώτους φωτογράφους στο Ηνωμένο Βασίλειο που δημοσίευσαν εικόνες από σχολεία ειδικής αγωγής και έλαβε παραγγελίες από οργανισμούς όπως ο Βρετανικός Ιατρικός Σύλλογος, το Mencap και το Εθνικό Συμβούλιο Ευημερίας Μωρών. Αυτή η περίοδος του έργου της περιλάμβανε εικόνες με ασκήσεις αλφαβήτου που χρησιμοποιούνταν για να ενθαρρύνουν τα άφωνα παιδιά να μιλήσουν. Αυτές οι φωτογραφίες θα χρησιμοποιούνταν στη συνέχεια σε εκστρατείες για παιδιά με αναπηρίες.

Camphill School, Bieldside, Aberdeen, 1949

Οι παραπάνω φωτογραφίες τραβήχτηκαν για ένα φωτογραφικό δοκίμιο με τίτλο «Ένα σχολείο όπου η αγάπη είναι θεραπεία» που δημοσιεύτηκε στο Picture Post το 1949. Καλύπτει το έργο του σχολείου Camphill στο Bieldside, κοντά στο Aberdeen. Ιδρυμένο το 1940 τον Karl König, το σχολείο προσέφερε στέγαση σε παιδιά με μαθησιακές δυσκολίες. Η θεωρία του König για την «θεραπευτική εκπαίδευση» έδινε έμφαση στην κοινότητα, μια αξία που ένιωθε ότι εκφραζόταν στην εμπειρία του ως πρόσφυγας διωγμένος από τον φασισμό. Η φροντίδα του είχε μεγάλη ζήτηση: μέχρι το 1949 το σχολείο στέγαζε εβδομήντα πέντε μέλη προσωπικού και 180 μαθητές. Οι φωτογραφίες της Tudor-Hart εκφράζουν μια βαθιά κατανόηση της εμπειρίας και των ιδεών που βασίζονταν στην πρακτική του König. Τόνιζε την αξία ενός υγιούς περιβάλλοντος και της στενής επαφής με παιδιά που συχνά δυσκολεύονταν να επικοινωνήσουν. Το κείμενο του άρθρου για το έργο του Camphill θεωρήθηκε πολύ προοδευτικό για την εποχή και κέντρισε την προσοχή του κοινού σε ζητήματα που συνήθως αγνοούνταν εκτός των ιατρικών κύκλων.

Σε μια άλλη ανάθεση από το Βρετανικό Υπουργείο Παιδείας η Edith Tudor-Hart επισκέφθηκε πολλά σχολεία και οικοτροφεία στην ευρύτερη περιοχή του Λονδίνου, όπου φωτογράφισε τους μαθητές κατά τη διάρκεια σωματικών δραστηριοτήτων, ασκήσεων χορού και κίνησης. Φωτογραφίες της από αυτή τη σειρά συμπεριελήφθησαν στο βιβλίο «Moving and Growing», που εκδόθηκε από το Υπουργείο Παιδείας τη δεκαετία του 1950.

Moving and Growing, 1954

Το οξύμωρο είναι ότι παρά τη συνεργασία της με το Βρετανικό Δημόσιο η Edith Tudor-Hart έμεινε στην ιστορία, όχι σαν μια από τις πιο ταλαντούχες φωτογράφους κοινωνικού ρεπορτάζ της εποχής της, αλλά για την εμπλοκή της σε ένα κύκλωμα κατασκοπείας προς όφελος της Μόσχας. Όλα ξεκίνησαν το 1926, στη Βιέννη, όταν η 18χρονη Edith ερωτεύτηκε τον Arnold Deutsch, ο οποίος ήταν ήδη πράκτορας της Κομιντέρν – της Κομμουνιστικής Διεθνούς, που ίδρυσε ο Λένιν το 1919. Πιθανολογείται ότι η Edith είχε στρατολογηθεί – μέσω του Deutsch – από την NKVD (την προκάτοχο της KGB) ήδη από το 1927. Το γεγονός όμως είναι ότι όταν το 1929, η Κομιντέρν ζήτησε από τον Deutsch να πάει στη Ρωσία, αυτός, ως αποχαιρετιστήριο δώρο, της έδωσε μια φωτογραφική μηχανή Rolleiflex, την οποία δεν αποχωρίστηκε ποτέ στη μετέπειτα καριέρα της. Όταν το 1933, το ζεύγος Tudor-Hart εγκαταστάθηκε στην Αγγλία, η Edith συνέχισε τη σχέση της με το Κομμουνιστικό Κόμμα ως ακτιβίστρια, ενώ ότι ήταν αυτή που εντόπισε και που σύστησε στον Arnold Deutsch, τον Kim Philby, έναν Άγγλο φοιτητή τότε, ο οποίος ήταν σύζυγος της Αυστριακής φίλης της Litzi Friedmann. Ο Philby, ο οποίος στη συνέχεια εξελίχθηκε σε διπλό πράκτορα, ήταν μέλος του δικτύου κατασκοπείας «Cambridge Five» του Deutsch, μαζί με τους Anthony Blunt, John Cairncross, Gay Burgess και Donald Maclean, οι οποίοι προκάλεσαν ζημιά στα βρετανικά συμφέροντα και απείλησαν τη σχέση της με την Αμερική κατά τη διάρκεια του Ψυχρού Πολέμου.

Από τους φακέλους που υπάρχουν για την Edith Suschitzky Tudor-Hart στα Εθνικά Αρχεία του Ηνωμένου Βασιλείου προκύπτει ότι ήταν υπό παρακολούθηση από τον Οκτώβριο του 1931, όταν παρατηρήθηκε να συμμετέχει σε μια διαδήλωση στην πλατεία Τραφάλγκαρ. Όμως μετά την πρώτη σύλληψη του Kim Philby το 1952, η Edith έκαψε πολλά από τα αρνητικά της στον νεροχύτη για να προστατεύσει τον εαυτό της και στη συνέχεια υπέστη νευρικό κλονισμό, λόγω των αλλεπάλληλων ανακρίσεων και των εξονυχιστικών ερευνών στο διαμέρισμά της από πράκτορες της MI5. Ανάμεσα στα κατεστραμμένα αρνητικά βρισκόταν, κατά πάσα πιθανότητα, και αυτό που απεικονίζει τον Philby με την πίπα στο στόμα. Οι Βρετανοί ξεσκέπασαν την υπόθεση κατασκοπείας των Cambridge Five μετά τη διαφυγή του Kim Philby στην Ανατολή το 1962. Αν και λίγο αργότερα ο Anthony Blunt, σε μια ομολογία του, χαρακτήρισε την Edith ως «τη γιαγιά όλων μας», εν τούτοις και παρά το γεγονός ότι ανακρίθηκε επανειλημμένα, δεν διώχθηκε ποτέ για κατασκοπεία λόγω έλλειψης αποδεικτικών στοιχείων. Οι έρευνες που ακολούθησαν τα επόμενα χρόνια καταδεικνύουν ότι η όποια εμπλοκή της Edith οφειλόταν σε ιδεολογικούς και μόνο λόγους, ότι ουδέποτε έλαβε χρήματα για τις κατασκοπευτικές της δραστηριότητες και ήταν πάντα σε δυσχερή οικονομική κατάσταση, που μερικές φορές αναγκαζόταν να ενεχυριάζει ακόμη και τη γραφομηχανή της.

Η Tudor-Hart ως γυναίκα φωτογράφος και μάλιστα ως κομμουνίστρια και ύποπτη για προδοσία, μπήκε στη μαύρη λίστα και σταμάτησε να δημοσιεύει φωτογραφίες από τα μέσα της δεκαετίας του 1950, πιθανώς κατόπιν παρέμβασης των βρετανικών μυστικών υπηρεσιών. Αναγκασμένη να εγκαταλείψει επαγγελματικά τη φωτογραφία, έζησε τα τελευταία της χρόνια μέχρι τον θάνατό της το 1973 στο Brighton, όπου άνοιξε ένα μικροσκοπικό μαγαζί με αντίκες και ζώντας σ΄ ένα μικρό διαμέρισμα ακριβώς πάνω από το κατάστημα. Το γεγονός ότι το φωτογραφικό της έργο ανακαλύφθηκε ξανά οφείλεται στον αδελφό της, τον φωτογράφο και εικονολήπτη Wolfgang Suschitzky (1912 – 2016). Αυτός έσωσε πολλά αρνητικά από την καταστροφή και, το 2013, παρουσίασε το φωτογραφικό αρχείο της αδερφής του στην Εθνική Πινακοθήκη της Σκωτίας. Αυτή η έκθεση και ο κατάλογος που την συνόδευε κατέστησαν το εξαιρετικό έργο της Edith Tudor-Hart προσβάσιμο σε ένα ευρύτερο κοινό για πρώτη φορά.

Χρήστος Κοψαχείλης, Μάρτιος 2026

Πηγές:

  • Mark Richards: Edith Tudor-Hart, Photographer / Spitalfields Life – August 3, 2017
  • Javier Pes: This Bauhaus-Trained Artist and Soviet Spy Documented the Rise of Fascism in Europe / Artnet News – May 30,2019
  • Diane Smyth: Rebuilding Edith Tudor-Hart through a feminist lens / British Journal of Photography – August 28,2024
  • National Galleries of Scorland – Edith Tudor-Hart

Moving and Growing, 1954 

Λονδίνο, 1937

Miners, Tyneside, 1935

Puckee Voute and Wolfgang Suschitzky, 1934

Unemployed Workers’ Demonstration, Vienna, 1932

No Home, No Dole, Λονδίνο, 1931

Group of Men, Monmouth Assizes, Wales, 1935

Taking tea on boat, Λονδίνο, 1935

Isle of Arran Ferry, Scotland, 1935

Boys with toy guns, Λονδίνο, 1931

Boy with Cricket Bat, Stoneham Camp, 1938

Drying Room, Pit-head Baths, Ashington Colliery, Northumberland, 1937

Man with Bird, Tyneside, 1937

Man, woman and child with cat, Λονδίνο, 1935

Woman, Βιέννη, 1930

Children, Whitechapel, Λονδίνο, 1931

Ουαλία, 1934