Η Dorothea Lange γεννήθηκε στις 26 Μαΐου του 1895 και μεγάλωσε σε μια οικογένεια της μεσαίας τάξης, στο Hoboken του Νιου Τζέρσεϋ. Οι γονείς της ήταν δεύτερης γενιάς Γερμανοί μετανάστες. Ο πατέρας της, Heinrich Nutzhorn, εργαζόταν ως δικηγόρος, αλλά κατείχε επίσης πολλές θέσεις ευθύνης σε τοπικές επιχειρήσεις, στην πολιτική και στην εκκλησία, ενώ η μητέρα της Johanna Lange ασχολούταν με το νοικοκυριό. Η τέχνη και η λογοτεχνία έπαιξαν σημαντικό ρόλο στην ανατροφή τόσο της Dorothea, όσο και του μικρότερου αδερφού της Martin. Οι γονείς τους ήταν και οι δύο ένθερμοι υποστηρικτές της εκπαίδευσής και του πολιτισμού και έτσι γέμισαν την παιδική τους ηλικία με λογοτεχνική παιδεία και πλούσιες παραστάσεις γύρω από τις καλές τέχνες.

Στην ηλικία των επτά, η Dorothea αρρώστησε από βαριά πολιομυελίτιδα, η οποία την άφησε με ένα αποδυναμωμένο δεξί πόδι και μια μόνιμη χωλότητα. Έχοντας επίγνωση των επιπτώσεων της ασθένειας της, είπε κάποτε ότι: «η πολιομυελίτιδα ήταν το πιο σημαντικό πράγμα που μου συνέβη γιατί με διαμόρφωσε, με καθοδήγησε, με δίδαξε, με βοήθησε και με ταπείνωσε». Λίγο πριν φτάσει στην εφηβεία, συνέβη ένα επιπλέον τραυματικό γεγονός στη ζωή της Dorothea. Χώρισαν οι γονείς της και η ίδια δεν συγχώρησε ποτέ τον πατέρα της, που εγκατέλειψε την οικογένεια. Σαν αντίδραση μάλιστα έλαβε, έκτοτε, το πατρικό όνομα της μητέρας της.

Martin Lange, 1920 – Johanna Lange, 1915 – John & Dan Dixon, 1928

Μετά το διαζύγιο, η Johanna Lange και τα παιδιά της, εγκαταστάθηκαν στο σπίτι της μητέρας της. Η γιαγιά της Dorothea, Sophie, ήταν μια μοδίστρα με καλλιτεχνική φλέβα. Αν και η εγγονή ανέπτυξε μια ανταγωνιστική σχέση με τη γιαγιά της, εν τούτοις η αγάπη της Sophie για τα «ωραία πράγματα» και η καλλιτεχνική ευαισθησία άφησαν το σημάδι τους στο νεαρό κορίτσι. Η μητέρα της Dorothea αναγκάστηκε να εργαστεί ως βιβλιοθηκάριος στην απέναντι όχθη του ποταμού Χάντσον στη Νέα Υόρκη. Έτσι έγραψε και τη κόρη της στο Λύκειο θηλέων Wadleigh, ένα σχολείο κοντά στη δουλειά της. Κάθε μέρα, οι δυο τους έπαιρναν το φέρι για την πόλη. Μετά το λύκειο, το 1913, η Dorothea φοίτησε για λίγο στη Σχολή Εκπαίδευσης Δασκάλων, αλλά δεν έδειξε κανένα ενδιαφέρον για τις ακαδημαϊκές σπουδές της. Παρόλο που δεν είχε χρησιμοποιήσει ποτέ, ούτε είχε στη κατοχή της φωτογραφική μηχανή, αποφάσισε πως ήθελε να γίνει φωτογράφος. Ψάχνοντας για δουλειά, η Lange πλησίασε τον Arnold Genthe, έναν από τους πιο επιτυχημένους φωτογράφους πορτρέτων της εποχής. Την προσέλαβε αρχικά ως γραμματέα, αλλά παράλληλα με το πώς θα κόβει τις αποδείξεις, της δίδαξε και τις τεχνικές της λήψης και της επεξεργασίας των φωτογραφιών. Το 1917, η Dorothea παρακολούθησε μαθήματα με τον Clarence Hudson White στην φημισμένη σχολή του Πανεπιστημίου Κολούμπια. Ο White ήταν επηρεασμένος από τον πικτοριαλισμό, αλλά αυτό δεν τον εμπόδιζε να ενθαρρύνει τους μαθητές του να βρουν τον δικό τους δρόμο αναπτύσσοντας τις δικές τους απόψεις. Οι εργασίες που τους ανέθετε περιελάμβαναν συχνά τη φωτογράφηση καθημερινών θεμάτων, γεγονός που ενθουσίασε τη Lange.

Dorothea Lange – Early Work 1928-1934

Το 1918, μαζί με τη φίλη της, την ηθοποιό, Florence Bates (1888-1954) αποφάσισαν να ταξιδέψουν σε όλο τον κόσμο. Διέσχισαν τις Ηνωμένες Πολιτείες προς τα Δυτικά, αλλά αναγκάστηκαν να τα παράτησαν όταν έφτασαν στο Σαν Φρανσίσκο γιατί τους λήστεψαν. Στη Lange άρεσε τόσο πολύ η Δυτική Ακτή που αποφάσισε να μείνει. Ένιωσε ότι έλκεται από τη Δύση και τη φύση της. Ξεκίνησε να εργάζεται σε ένα κατάστημα φωτογραφικών προμηθειών, έκανε φιλίες με άλλους φωτογράφους – όπως ο Ansel Adams και η Imogen Cunningham – γνώρισε πλούσιους ιδιοκτήτες επιχειρήσεων και γκαλερί και σύντομα κατάφερε να ανοίξει το δικό της φωτογραφικό στούντιο πορτρέτων. Η Lange εκείνη την εποχή έβλεπε εντελώς εμπορικά τη φωτογραφία και κυρίως προσπαθούσε να ικανοποιήσει τις επιθυμίες των πελατών της. Η καλλιτεχνική κοινότητα του Κόλπου όμως, την αγκάλιασε και σύντομα το στούντιο της έγινε στέκι καλλιτεχνών και μποέμ. Ανάμεσα στους καλλιτέχνες με τους οποίους συναναστρεφόταν γνώρισε τον ζωγράφο Maynard Dixon. Οι δυο τους ερωτεύτηκαν, παντρεύτηκαν το 1920 και απέκτησαν δυο αγόρια. Η Μεγάλη Ύφεση που ξεκίνησε από τη κατάρρευση του χρηματιστηρίου τον Οκτώβριο του 1929, επηρέασε τη καριέρα της Lange. Βλέποντας τις επιπτώσεις της οικονομικής δυσκολίας στους ανθρώπους γύρω της, δεν μπορούσε να βρει ικανοποίηση στα καλοστημένα πορτρέτα των εύπορων πελατών της. Ένιωθε αποκομμένη από την πλειοψηφία των συμπολιτών της, που αγωνίζονταν καθημερινά. Η πρώτη επαφή της Lange με τη φωτογραφία ντοκουμέντο ήρθε όταν ταξίδεψε με τον Dixon στα νοτιοδυτικά, φωτογραφίζοντας κυρίως ιθαγενείς Αμερικανούς. Στις αρχές της δεκαετίας του ’30 βγήκε στους δρόμους του Σαν Φρανσίσκο και έστρεψε το φακό της σε αυτό που άρχισε να βλέπει στις δικές της γειτονιές. Φωτογράφισε τις εργατικές απεργίες, τις ουρές στα ταμεία ανεργίας ή στα συσσίτια των αστέγων.

Unemployment Benefits Aid Begins, 1938

Παίρνοντας μαζί της τον αδελφό της Martin για υποστήριξη, η Lange εξερεύνησε την περιοχή Μίσιον, η οποία ήταν γεμάτη με ανέργους, άστεγους και πεινασμένους. Ανησυχούσε ότι θα εξόργιζε τα θέματά της παραβιάζοντας την ιδιωτικότητά τους. Φοβόταν ότι η μεγάλη φωτογραφική μηχανή της θα τους τρόμαζε, ότι η διαδικασία θα ήταν πολύ αργή και ότι θα την κατηγορούσαν ότι παραβίαζε την αξιοπρέπειά τους. Αλλά κανείς δεν φαινόταν να την αντιλαμβάνεται. Ούτε καν ο άντρας με το μεταλλικό κύπελλο, που ήταν στραμμένος μακριά από τους άλλους, που περίμεναν καρτερικά για λίγη σούπα στο συσσίτιο της κας Jordan. H Lois Jordan, ήταν μια χήρα, η οποία αυτοαποκαλούνταν Λευκός Άγγελος και συντηρούσε ένα συσσίτιο κατά τη διάρκεια της Μεγάλης Ύφεσης για να θρέψει όσους ήταν άνεργοι και άποροι. Βασιζόμενη αποκλειστικά σε δωρεές, κατάφερε να παρέχει γεύματα σε περισσότερους από ένα εκατομμύριο άνδρες σε μια περίοδο τριών ετών. Ο άνδρας στην «The White Angel Breadline», αυτή την εμβληματική φωτογραφία της Lange, που είναι σκυμμένος πάνω από το κιγκλίδωμα με το καπέλο του να καλύπτει το καταβεβλημένο πρόσωπό του, φαινόταν χαμένος. Η κούραση που υποδηλωνόταν από τη στάση του, το άδειο κύπελλο του, τα χαρακτηριστικά του προσώπου του, που επισκιαζόταν από το χαμηλό γείσο του καπέλου του και η απομόνωσή του από τους υπόλοιπους στην ουρά της φτώχειας, όλα αυτά συνέβαλαν σε ένα οδυνηρό, αλλά γεμάτο σεβασμό πορτρέτο της απελπισίας και της απόγνωσης. Η Dorothea Lange ήταν νεοφερμένη στη φωτογραφία δρόμου, αλλά ήξερε να αρπάζει τη στιγμή.

White Angel Bread Line, San Francisco, 1933

Η Ύφεση επηρέασε και τη σχέση του ζευγαριού. Και οι δύο ήθελαν να ακολουθήσουν την καριέρα τους, αλλά είχαν δύο γιους να μεγαλώσουν. Οι περισσότερες γκαλερί είχαν κλείσει και ο Dixon δυσκολευόταν να πουλήσει τους πίνακές του. Η Lange είχε το μεγαλύτερο εισόδημα μέσω του φωτογραφικού της στούντιο, αλλά ο Maynard περίμενε ότι θα έδινε προτεραιότητα στην δική του καριέρα. Συχνά ταξίδευε για μεγάλα χρονικά διαστήματα, αφήνοντας τη Dorothea και τα παιδιά μόνα τους. Κυκλοφορούσαν κουτσομπολιά ότι είχε εξωσυζυγικές σχέσεις κατά τη διάρκεια αυτών των καλλιτεχνικών ταξιδιών. Τελικά χώρισαν. Το διαζύγιό τους οριστικοποιήθηκε το 1935.

Καθώς η Ύφεση συνεχιζόταν, η Lange ένιωθε άσχημα ως φωτογράφος για την ελίτ. Ήθελε να προσφέρει με τη τέχνη της ανακούφιση στους δοκιμαζόμενους συνανθρώπους της. Αγκαλιάζοντας αυτό το συναίσθημα, έκλεισε το στούντιό της και βγήκε στους δρόμους. Πίστευε ακράδαντα στα ιδανικά της αμερικανικής δημοκρατίας, συμπεριλαμβανομένων των ίσων δικαιωμάτων για όλους τους πολίτες. Ήθελε οι φωτογραφίες της να προωθούν αυτά τα ιδανικά. Δεν ήταν τυχαίο ότι η Dorothea απαθανάτισε τόσους πολλούς διαφορετικούς τύπους Αμερικανών, κυρίως των χαμηλών κοινωνικών στρωμάτων, ελπίζοντας ότι η δημοσιότητα που θα εξασφάλιζε η δημοσίευση των φωτογραφιών της θα ευαισθητοποιούσε τις Αρχές. Ήταν αισιόδοξη. Αν και οι φωτογραφίες της συχνά απεικόνιζαν ανθρώπους σε δύσκολες καταστάσεις, ταυτόχρονα οι εικονιζόμενοι έδειχναν ανθεκτικότητα και αξιοπρέπεια. Η Lange ήλπιζε ότι και άλλοι θα έβλεπαν τις φωτογραφίες της και θα συμπάσχουν με τους συμπατριώτες τους που αντιμετώπιζαν δυσκολίες. Πολλές από τις φωτογραφίες της δημοσιεύθηκαν ανώνυμα και δωρεάν σε εφημερίδες και περιοδικά. Σε πολλές περιπτώσεις, αυτές οι εικόνες ενθάρρυναν το κοινό να αναλάβει δράση, να συγκεντρώσει χρήματα ή να υποστηρίξει όσους ήταν λιγότερο τυχεροί. Έλαβε αυτή τη γενναία απόφαση παρά τις δυσκολίες που αντιμετώπιζε σε όλη της τη ζωή με το πόδι και το ισχίο της. Η αναπηρία της την δυσκόλευε και έκανε επώδυνες τις μετακινήσεις. Αλλά συχνά την έβλεπε ως σημαντικό μέρος της διαδικασίας. Πίστευε ότι πολλοί άνθρωποι ήταν πιο ευγενικοί μαζί της επειδή είχε αυτή την ορατή αναπηρία. Μόλις κέρδιζε την εμπιστοσύνη τους, ήταν πιο πρόθυμοι να της επιτρέψουν να τους φωτογραφίσει στη φυσική τους κατάσταση.

Στα τέλη του 1934, η Lange εξέθεσε μια σειρά φωτογραφιών της από μια γενική απεργία που είχε λάβει χώρα εκείνη τη χρονιά, στην γκαλερί του Willard Van Dyke. Ανάμεσα στους επισκέπτες που είδαν την έκθεση ήταν και ο οικονομολόγος καθηγητής στο Πανεπιστήμιο Berkeley της Καλιφόρνια, Paul Taylor, ο οποίος ενδιαφερόταν για τις δυνατότητες χρήσης της φωτογραφίας για την καταγραφή της δεινής κατάστασης των αγροτών. Ο Paul και η Dorothea διαπίστωσαν ότι είχαν πολλά κοινά. Και οι δύο νοιάζονταν βαθιά για τους μη προνομιούχους Αμερικανούς και εργάζονταν για να τους υποστηρίξουν μέσω των επαγγελμάτων που είχαν επιλέξει. Η Lange φωτογράφιζε μη προνομιούχους ανθρώπους και ο Taylor μελετούσε τις οικονομικές τους συνήθειες. Η έλξη και η σύνδεση μεταξύ τους ήταν ισχυρή και άμεση. Επειδή και οι δύο ήταν παντρεμένοι με παιδιά εκείνη την εποχή, ο έρωτας τους οδήγησε σε διπλό διαζύγιο. Ο γάμος τους, ένα χρόνο αργότερα, διήρκεσε μέχρι τον θάνατο της Lange το 1965.

Στα μέσα της δεκαετίας του ’30, οι Μεσοδυτικές πολιτείες των Η.Π.Α επλήγησαν από ακραία ξηρασία, που είχε σαν αποτέλεσμα τη διάβρωση του εδάφους και τη δημιουργία μιας σειράς από τεράστιες αμμοθύελλες. Σε συνδυασμό με την οικονομική κρίση της Μεγάλης Ύφεσης, το Dust Bowl, όπως ονομάστηκε, ξερίζωσε χιλιάδες μικρούς αγρότες, πολλοί από τους οποίους κατευθύνθηκαν δυτικά αναζητώντας μια καλύτερη ζωή. Ολόκληρες οικογένειες προσπαθούσαν να ξεφύγουν από την ξηρασία και τις αμμοθύελλες, αναζητώντας εργασία στην Καλιφόρνια. Σε μια περίοδο δεκαπέντε μηνών, 86.000 απελπισμένοι ανθρώποι έφτασαν στην Καλιφόρνια, αριθμός διπλάσιος από τους ανθρώπους που έφτασαν εκεί το 1849 σε αναζήτηση χρυσού. Το όνειρο που τους συνόδευε στο ταξίδι ήταν μικρά λευκά σπίτια μέσα στους πορτοκαλεώνες, αλλά αυτό που συνάντησαν ήταν στρατόπεδα μεταναστών και πεινασμένες οικογένειες, πρόθυμες να κάνουν οποιαδήποτε δουλειά, αναγκασμένες να επιβιώσουν με όποιο μέσο ήταν δυνατό.

Ο Taylor, που ήταν ειδικός στην αγροτική οικονομία, παρότρυνε την Lange να στρέψει την προσοχή της από την αστική φτώχεια στη δεινή θέση των εσωτερικών μεταναστών. Και οι δυο τους προσλήφθηκαν από την Πολιτεία της Καλιφόρνια για να καταγράψουν τη τραγική κατάσταση των πληγέντων από το Dust Bowl. Το ζευγάρι ξεκίνησε μια σειρά από οδικά ταξίδια για να τεκμηριώσει την κρίση με τη φωτογραφική μηχανή και το σημειωματάριο. Για τα επόμενα πέντε χρόνια κατέγραφαν τη φτώχεια στην ύπαιθρο και την εκμετάλλευση των αγροτών και των εργαζόμενων μεταναστών. Η Lange φωτογράφιζε, ενώ ο Taylor έπαιρνε συνεντεύξεις και συγκέντρωνε οικονομικά δεδομένα. Οι φωτογραφίες της Lange σύντομα τράβηξαν την προσοχή της ομοσπονδιακής κυβέρνησης, η οποία σχημάτισε, επί τούτου, μια νέα υπηρεσία, τη Farm Security Administration (Διοίκηση Γεωργικής Ασφάλειας). Η FSA ήταν ένα από τα προγράμματα New Deal του προέδρου Ρούσβελτ, τα οποία είχαν σχεδιαστεί για να παρέχουν ανακούφιση στους εσωτερικούς εργαζόμενους μετανάστες. Η Lange εργάστηκε κατά διαστήματα για την FSA τα επόμενα χρόνια, δημιουργώντας μερικά από τα πιο γνωστά έργα της. Απαθανάτισε τη σκληρή πραγματικότητα της ζωής στο δρόμο και διέλυσε την αντίληψη ότι οι «Okies» – ένας υποτιμητικός όρος για τους μετανάστες – ήταν τεμπέληδες και επικίνδυνοι. Το έργο της βοήθησε στη δημιουργία εθνικής συμπάθειας για τους εργαζόμενους μετανάστες.

Καθώς οι πληγέντες του Dust Bowl κατευθύνονταν δυτικά, η έλλειψη ασφαλών, καθαρών καταυλισμών για τη στέγαση τους έγινε έκτακτη εθνική ανάγκη. Οι φωτογραφίες της Lange με ανθρώπους που είχαν κατασκηνώσει δίπλα στο δρόμο ή αναζητούσαν εργασία αφύπνισαν την κοινή γνώμη και ισχυροποίησαν τα επιχειρήματα για κρατική βοήθεια. Αν και τα γεγονότα που κατέγραψε ήταν εθνικής κλίμακας, οι προσωπικές και ανθρώπινες λεπτομέρειες είναι αυτές που κάνουν τις φωτογραφίες της Lange τόσο δυνατές. Κάτω από δύσκολες συνθήκες, προσπάθησε να συνδεθεί σε προσωπικό επίπεδο με τους ανθρώπους που φωτογράφιζε. Η δουλειά της στο στούντιο ήταν εντελώς διαφορετική από την φωτογραφία- ντοκουμέντο που υπηρετούσε στα πλαίσια της συνεργασίας της με την FSA, αλλά η εμπειρία που απέκτησε κάνοντας πορτρέτα της φάνηκε πού χρήσιμη. Της επέτρεψε να βελτιώσει τις τεχνικές της δεξιότητες και, το πιο σημαντικό, τη δίδαξε πως να δημιουργεί μια προσωπική σχέση με τους ανθρώπους που φωτογράφιζε. Οι εικόνες που προέκυψαν αποδεικνύουν τη συνεργασία ανάμεσα στο φωτογράφο και στον φωτογραφιζόμενο.

Σε μια χαρακτηριστική φωτογραφία της εκείνης της περιόδου με τίτλο «Ακινητοποιημένος, εγκλωβισμένος και καραβοτσακισμένος» (Ditched, Stalled and Stranded, San Joaquin Valley, Καλιφόρνια), 1936, η Lange αποτυπώνει την έκδηλη εμφάνιση άγχους στο πρόσωπο του εικονιζόμενου. Η έκφραση του ανθρώπου που βρίσκεται εγκλωβισμένος στο παλιό αυτοκίνητό του, υποδηλώνει τα μεγαλύτερα προβλήματα που αντιμετώπισαν οι εργάτες γης των ΗΠΑ κατά τη διάρκεια της Μεγάλης Ύφεσης. Για να προσθέσει μεγαλύτερη ένταση στην αίσθηση της κλειστοφοβίας, η Lange κρόπαρε σκόπιμα τη φωτογραφία για να πετύχει μια πιο σφιχτή σύνθεση, καθώς η αρχική λήψη περιλάμβανε και μια γυναίκα που κάθεται στο κάθισμα του συνοδηγού. Αντί να του προτείνει να ποζάρει, η Lange τον έχει αιφνιδιάσει φωτογραφίζοντάς τον, με αποτέλεσμα να μας πείθει ακόμη περισσότερο για την αλήθεια της εικόνας.

Ditched, Stalled and Stranded, San Joaquin Valley, Καλιφόρνια), 1936

Η πιο διάσημη φωτογραφία της Lange παραλίγο να μην είχε τραβηχτεί ποτέ. Λαμβάνοντας υπόψη τη διαχρονική επίδρασή της, είναι ειρωνικό το γεγονός ότι η Dorothea Dorothea δεν ακολούθησε τη τυπική πρακτική της για να φωτογραφίσει τη «Migant Mother» (Μητέρα Μετανάστρια). Εξαντλημένη μετά από ένα μακρύ οδικό ταξίδι, δεν αλληλεπίδρασε πολύ με τη μετανάστρια και δεν κατέγραψε την ιστορία της με ακρίβεια, δεν ρώτησε καν το όνομά της. Πολλά χρόνια αργότερα, το 1960, η Lange μίλησε για την εμπειρία της τραβώντας τη συγκεκριμένη φωτογραφία: «Είδα την πεινασμένη και απελπισμένη μητέρα και την πλησίασα, σαν κάτι να με τραβούσε με μαγνήτη. Δεν θυμάμαι πώς εξήγησα την παρουσία μου εκεί και γιατί κρατούσα τη φωτογραφική μηχανή μου, αλλά νομίζω ότι ούτε κι η ίδια με ρώτησε. Έκανα επτά λήψεις, και σταδιακά πλησίαζα όλο και περισσότερο προς τη μητέρα και τα παιδιά της. Δεν ζήτησα το όνομα της ή να μου πει την ιστορία της. Μου είπε μόνη της την ηλικία της – ήταν τριάντα δύο ετών. Είπε επίσης ότι ζούσαν τρώγοντας λαχανικά από τα γύρω χωράφια και πουλιά που σκότωναν τα παιδιά της. Είχε μόλις πουλήσει τα ελαστικά από το αυτοκίνητό της για να αγοράσει φαγητό. Καθόταν εκεί με τα παιδιά της που κρέμονταν πάνω της και φαινόταν να γνωρίζει ότι οι φωτογραφίες μου μπορεί να τη βοηθήσουν, και έτσι με βοήθησε κι αυτή… Υπήρχε ένα είδος συνεργασίας σ’ αυτό».

Migant Mother, Nipomo, California, 1936

Αφού επέστρεψε στο σπίτι της και εμφάνισε το φιλμ ήξερε ότι είχε καταγράψει την ουσία της αποστολής της. Έστειλε – χωρίς να ζητήσει αμοιβή – δύο φωτογραφίες στον συντάκτη μιας εφημερίδας του Σαν Φρανσίσκο και του είπε για τις συνθήκες στη κατασκήνωση. Ο συντάκτης ενημέρωσε τις ομοσπονδιακές αρχές και δημοσίευσε ένα άρθρο που περιελάμβανε τις φωτογραφίες. Σε απάντηση, η κυβέρνηση έστειλε βοήθεια στο χώρο της κατασκήνωσης για να αποτρέψει τη λιμοκτονία.

Αμέσως μετά τη δημοσίευσή της, η «Migant Mother» έγινε η φωτογραφία σύμβολο της Μεγάλης Ύφεσης προκαλώντας όχι μόνο συμπόνια για το ανώνυμο θέμα της, αλλά και υποστήριξη για τις πολιτικές που αποσκοπούσαν στην ανακούφιση των δεινών της. Αναπαράχθηκε πολλές φορές: σε γραμματόσημα, σε αφίσες για φιλανθρωπικούς σκοπούς και σε εξώφυλλα περιοδικών. Οι «Μαύροι Πάνθηρες» παρουσίασαν την μητέρα ακόμη και με άφρο κούρεμα. Κανείς όμως δεν γνώριζε το όνομά της μέχρι το 1978, όταν ο ρεπόρτερ Emmett Corrigan την εντόπισε στο τροχόσπιτό της στο Modesto Mobile Village και την αναγνώρισε από την φωτογραφία της, που είχε ληφθεί σαράντα χρόνια πριν. Η γυναίκα με το σπαραχτικό βλέμμα ήταν η Florence Owens Thompson. Αν και έγινε ένα διάσημο σύμβολο της λευκής μητρικής εγκαρτέρησης, στην πραγματικότητα η καταγωγή της ήταν από τους Τσερόκι – κάτι που η φωτογράφος αγνοούσε τη στιγμή που έβγαλε τη φωτογραφία, το 1936. Οι εικονιζόμενοι στις φωτογραφίες της Lange, αλλά και των υπόλοιπων φωτογράφων που συνεργαζόντουσαν με την FSA, ήταν πάντα ανώνυμοι. Ο Roy Stryker, ο διευθυντής του φωτογραφικού αρχείου της FSA, επέβαλε να μην δημοσιεύονται τα ονόματα προκειμένου οι εικονιζόμενοι να θεωρηθούν ως κοινοί άνδρες και γυναίκες υπό ατυχείς συνθήκες, τις οποίες η κυβέρνηση Ρούσβελτ προσπαθούσε να βελτιώσει. Η Βιβλιοθήκη του Κογκρέσου των ΗΠΑ περιγράφει τη φωτογραφία ως εξής: «Άποροι εργάτες στα χωράφια μπιζελιού στην Καλιφόρνια. Μητέρα επτά παιδιών. Ηλικία, 32. Nipomo, Καλιφόρνια».

Η Thompson είχε γεννηθεί το 1903 σε έναν καταυλισμό των Τσερόκι στην Οκλαχόμα. Παντρεύτηκε σε ηλικία δεκαεπτά ετών και απέκτησε έξι παιδιά μέχρι τον θάνατο του συζύγου της το 1931. Το 1933, έμεινε ξανά έγκυος. Ακόμη και πριν τη «Μεγάλη Ύφεση», η Florence και τα παιδιά της αναγκάστηκε να εγκαταλείψει την Οκλαχόμα, το 1934, λόγω των κρατικών απαλλοτριώσεων της γης των ιθαγενών. Είχε εγκατασταθεί στην Καλιφόρνια, όπου εργάστηκε σε χωράφια και ξεκίνησε μια σχέση με τον James Hill. Απέκτησε τέσσερα ακόμη παιδιά μαζί του. Για μια περίοδο έμειναν στην περιοχή Shafter της Καλιφόρνια, αλλά όσο η οικονομική κρίση βάθαινε, αναγκάστηκαν να μετακινούνται συνεχώς σε αναζήτηση εργασίας. Όταν η Lange συνάντησε την Thompson, ο Hill και οι μεγαλύτεροι γιοι της Thompson έψαχναν να επισκευάσουν το αυτοκίνητό τους. Η Thompson και η οικογένεια της συνέχισε να μετακινείται για πολλά χρόνια, ανάλογα με το πού έβρισκε δουλειά, μέχρι το 1945 – τότε ο πόλεμος δημιούργησε πολλές θέσεις εργασίας. Τελικά η οικογένεια αποφάσισε να εγκατασταθεί στο Modesto της Καλιφόρνια, αλλά η Florence προτιμούσε να μένει σε τροχόσπιτο. Το καλοκαίρι του 1983, η φωτογραφία ης δημοσιεύτηκε ξανά στον εθνικό τύπο. Η Florence Thompson ήταν άρρωστη από καρκίνο, αλλά δεν είχε ασφάλιση για να την βοηθήσει στην πληρωμή των εξόδων. Τα παιδιά της ζήτησαν χρήματα και μέσα σε λίγες εβδομάδες, κατάφεραν να συγκεντρώσουν 30.000 δολάρια για την ετοιμοθάνατη μητέρα τους, η οποία τελικά υπέκυψε στην ασθένειά της.

Ενώ η FSA είχε ζητήσει από τους συνεργαζόμενους φωτογράφους να επικεντρωθούν στις δυσκολίες των λευκών αγροκτημόνων, και να αποφύγουν φωτογραφίες με οποιαδήποτε νύξη για διαφυλετικές εντάσεις και διακρίσεις, η Dorothea Lange δεν δίστασε να παρεκκλίνει από τους κανόνες. Ένθερμη ακτιβίστρια που ένιωθε έντονα το ρατσισμό, όταν πηγαίνει στο βαθύ Νότο και στη Ζώνη του Βαμβακιού (Cotton Belt), καταγράφει τις δυσκολίες που αντιμετωπίζουν οι Μαύροι, που πέρασαν από το καθεστώς του σκλάβου σε εκείνο του φτωχού ενοικιαστή γης χωρίς αυτό να έχει αλλάξει πολύ τη σκληρή καθημερινή τους ζωή. Οι φωτογραφίες της μερικές φορές φαίνεται να έχουν τραβηχτεί σε μια άλλη εποχή: βλέπουμε τους Μαύρους να καλλιεργούν καπνό ή βαμβάκι με πρωτόγονα εργαλεία.

Plantation overseer and his field hands, near Clarksdale, Mississippi, 1936

Σε μια άλλη φωτογραφία της, στην οποία είναι έκδηλος ο κοινωνικός σχολιασμός της, έχει δώσει τον τίτλο «Ο επιστάτης της φυτείας και τα εργατικά χέρια του χωραφιού» (Plantation overseer and his field hands, near Clarksdale, Mississippi), 1936. Σε αυτή τη σύνθεση, ο λευκός επιστάτης με το πόδι του να ακουμπά στον προφυλακτήρα του αυτοκινήτου φαίνεται να επιδεικνύει με υπερηφάνεια τα υπάρχοντά του, συμπεριλαμβανομένων των τεσσάρων μαύρων εργατών στο παρασκήνιο. Η τοποθέτηση των ανδρών στο κάδρο ταιριάζει απόλυτα στην δηλωμένη θέση της Lange κατά της φυλετικής διάκρισης μεταξύ λευκών και μαύρων. Είκοσι δύο από τις φωτογραφίες της Dorothea Lange που τράβηξε για λογαριασμό της FSA συμπεριλήφθηκαν στους «Their Blood is strong» του John Steinbeck, όταν κυκλοφόρησαν αρχικά στη The San Francisco News το 1936.

John Steinbeck: Their Blood is strong

Το 1938, η Lange και ο σύζυγός της, Paul Taylor, άρχισαν να ξεδιαλέγουν τις στοίβες φωτογραφιών που είχε τραβήξει, οι οποίες κατέγραφαν τους πληγέντες από την ξηρασία αγρότες και άστεγους εσωτερικούς μετανάστες. Στόχος τους ήταν να δημιουργήσουν ένα βιβλίο που θα αποκάλυπτε στον αμερικανικό λαό την ανθρώπινη διάσταση της κρίσης και ήλπιζαν ότι θα παρότρυνε την κυβέρνηση να βοηθήσει. Το «An American Exodus: A Record of Human Erosion», που κυκλοφόρησε τελικά το 1939, ήταν καινοτόμο με διάφορους τρόπους. Αντί να αφηγηθούν την ιστορία από τη δική τους οπτική γωνία, οι Lange και Taylor χρησιμοποίησαν αποσπάσματα από τους ίδιους τους μετανάστες, τα οποία είχαν συλλέξει με κόπο. Επειδή το βιβλίο κυκλοφόρησε την εποχή που αυξάνονταν οι πολεμικές εντάσεις στην Ευρώπη και την Ασία δεν είχε αρχικά μεγάλη επιτυχία. Στα χρόνια που ακολούθησαν την έκδοσή του, το «An American Exodus» έχει αποκτήσει δύναμη, παρουσιάζοντας μια εμβληματική εικόνα της εποχής του Dust Bowl, που έχει διαμορφώσει τον τρόπο που σκεφτόμαστε εκείνα τα δύσκολα χρόνια.

An American Exodus: A Record of Human Erosion, 1939

Η είσοδος της Αμερικής στον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο έθεσε τέλος στη Μεγάλη Ύφεση, γιατί πήρε μπρος η πολεμική βιομηχανία. Η Lange, εκείνη την εποχή, επικεντρώθηκε σε δύο κυβερνητικά έργα που έδειχναν διαφορετικές επιπτώσεις του πολέμου στα μετόπισθεν. Άνδρες και γυναίκες διαφορετικών φυλών και τάξεων εργάζονταν μαζί σε ναυπηγεία της Καλιφόρνια. Ταυτόχρονα, οι ρατσιστικές πολιτικές στόχευαν τους Ιαπωνοαμερικανούς για απέλαση και φυλάκιση. Και για τα δύο έργα, η Lange έθεσε ως στόχο να δημιουργήσει αληθινές, μη προπαγανδιστικές εικόνες. Το περιοδικό Fortune προσέλαβε τη Lange για να καταγράψει την τεράστια ναυτική παραγωγή στα ναυπηγεία Kaiser στο Ρίτσμοντ της Καλιφόρνια. Οι φωτογραφίες της από τα ναυπηγεία τόνιζαν ένα πνεύμα πατριωτικής ενότητας. Οι καλά αμειβόμενες θέσεις εργασίας προσέλκυαν χιλιάδες εργάτες. Άνδρες και γυναίκες συνεργάστηκαν με έναν νέο τρόπο για να βοηθήσουν για τη νίκη στον πόλεμο. Εκτός από την απεικόνιση της τεράστιας κλίμακας παραγωγής, οι φωτογραφίες της Lange αποτύπωσαν και προσωπικές στιγμές μεταξύ των εργατών, όχι πάντα ειδυλλιακές. Η τεταμένη σχέση ανάμεσα στο ζευγάρι των εργαζομένων που αποτυπώνεται στη «Διαφωνία στο Εργοτάξιο» πιθανόν να οφείλεται στην ένταση που προκλήθηκε από την αλλαγή ρόλων φύλου, καθώς οι γυναίκες προσχώρησαν όλο και περισσότερο στο εργατικό δυναμικό κατά τη διάρκεια του πολέμου. Η Lange, ασυνείδητα ίσως, αποκαλύπτει τη φεμινιστική πλευρά της τοποθετώντας τη γυναίκα σε πρωταγωνιστικό ρόλο στη φωτεινή πλευρά της σύνθεσης, υποβιβάζοντας τον άνδρα στη σκιά.

Argument in a Trailer Camp, 1944 – Shipyard Worker, 1943

Το 1940, η Lange έγινε η πρώτη γυναίκα που έλαβε την υποτροφία του Ιδρύματος Guggenheim για τα επιτεύγματά της στη φωτογραφία. Μετά την επίθεση όμως στο Περλ Χάρμπορ (1941), ζήτησε την αναβολή της υποτροφίας για να αναλάβει μια νέα κυβερνητική ανάθεση. Ο Πρόεδρος των Η.Π.Α. Φράνκλιν Ρούσβελτ είχε εκδώσει εκτελεστικό διάταγμα, με το οποίο ζητούσε την αναγκαστική απομάκρυνση και φυλάκιση των Ιαπωνοαμερικανών της Δυτικής Ακτής. Το Υπουργείο Πολέμου προσέλαβε τη Lange για να φωτογραφίσει τη διαδικασία. Η Dorothea ταξίδεψε σε όλη την αστική και αγροτική Καλιφόρνια για να φωτογραφίσει τις οικογένειες που προετοιμάζονταν να φύγουν. Επισκέφθηκε τα διάφορα κέντρα προσωρινής κράτησης που άνοιγαν και το Μανζανάρ, το πρώτο από τα μόνιμα στρατόπεδα συγκέντρωσης. Μεγάλο μέρος της δουλειάς της επικεντρώθηκε στην αναμονή και την αβεβαιότητα που σχετίζεται με την απομάκρυνση: σωροί αποσκευών που περιμένουν να ταξινομηθούν και οικογένειες που φορούν καρτελάκια αναγνώρισης, ενώ περιμένουν τον εκτοπισμό τους. Κατά τη διάρκεια της Μεγάλης Ύφεσης, η Lange συμμεριζόταν την επιθυμία της κυβέρνησης να βοηθήσει τους εσωτερικούς μετανάστες. Τώρα η ίδια κυβέρνηση συνελάμβανε Αμερικανούς πολίτες με βάση τη φυλή τους. Σε αντίθεση με τους εργοδότες της, το ένστικτο της Lange την οδήγησε να φωτογραφίσει τις τραγικές και επαίσχυντες συνέπειες του διατάγματος. Για πολλούς η φωτογραφία της Lange που δείχνει παιδιά στο στρατόπεδο συγκέντρωσης να χαιρετούν τη σημαία λίγο πριν την υποστολή της είναι μια υπαινισσόμενη υπενθύμιση της παγίδευσης των κρατουμένων χωρίς να τους απαγγελθεί κατηγορία. Οι φωτογραφίες της ήταν τόσο φανερά επικριτικές εναντίον των Αρχών, που οι περισσότερες από αυτές κατασχέθηκαν και δεν δημοσιεύθηκαν κατά τη διάρκεια του πολέμου και χρειάστηκε να περάσουν είκοσι χρόνια μέχρι να τις ξαναδεί. Η Lange αποκάλυψε, μέσω των φωτογραφιών της, την εικόνα του ρατσισμού που άσκησε η αμερικανική κυβέρνηση εναντίον των πολιτών της. Ήταν σε θέση να συλλάβει τη δύναμη και την ανθεκτικότητα της ιαπωνικής κοινότητας, που συνέχισε να οργανώνει πολιτιστικές δραστηριότητες και να δημοσιεύει τις δικές της εφημερίδες μέσα στα στρατόπεδα. Οι φωτογραφίες της προσδίδουν μια αίσθηση αξιοπρέπειας σ’ αυτούς τους ανθρώπους που είχαν αναγκαστεί να απομακρυνθούν από τα σπίτια τους.

Αποκαλύπτοντας την Αδικία: Φυλάκιση Ιαπωνοαμερικανών, 1942

Χαρακτηριστικό παράδειγμα η «Φωτογραφία μελών της οικογένειας Mochida εν αναμονή της εκκένωσης», 1942. Τα καρτελάκια αναγνώρισης χρησιμοποιούντο για να διατηρήσουν σε επαφή την οικογένεια σε όλες τις φάσεις της εκκένωσης. Οι Mochida λειτουργούσαν ένα νηπιαγωγείο και πέντε θερμοκήπια πριν τον εκτοπισμό τους. Η σοβαρότητα και η άψογη επαγγελματική εκτέλεση αυτού του ομαδικού πορτρέτου αντισταθμίζουν την ταπείνωση του επικείμενου εγκλεισμού της οικογένειας Mochida. Οι ετικέτες που κρέμονται από τα ρούχα τους είναι παραπάνω από ευδιάκριτες, όμοιες με τις αντίστοιχες στις αποσκευές τους, γεγονός που σαφώς υποβαθμίζει την ανθρώπινη αξιοπρέπεια. Αυτή ήταν μία από τις πολλές φωτογραφίες της Lange που κατέσχεσε η κυβέρνηση, υπό τον φόβο της αποκάλυψης της απάνθρωπης μεταχείρισης των Ιαπώνοαμερικανών

Φωτογραφία μελών της οικογένειας Mochida εν αναμονή της εκκένωσης, 1942

Με χιλιάδες Αμερικανούς στο πόλεμο, η Καλιφόρνια και το έθνος αντιμετώπισαν μια ξαφνική και σοβαρή έλλειψη αγροτικού εργατικού δυναμικού. Το 1942, το Κογκρέσο θέσπισε το Πρόγραμμα Έκτακτης Εργασίας, το οποίο προέβλεπε την εισαγωγή εργατών από το Μεξικό. Η Dorothea Lange ήταν εκεί για να καταγράψει την άφιξη μερικών από τους πρώτους εργάτες. Το πρόγραμμα Bracero («αυτοί με τα δυνατά χέρια» στα ισπανικά) αρχικά προοριζόταν να είναι προσωρινό, αλλά μετά τον πόλεμο οι πλούσιοι μεγαλο-καλλιεργητές της χώρας, ιδιαίτερα εκείνοι στην Καλιφόρνια, άσκησαν πιέσεις για την επέκταση του νόμου, ο οποίος παρέμεινε σε ισχύ για δεκαετίες. Η προθυμία με την οποία οι Αμερικανοί υποδέχτηκαν τους Μεξικανούς εργάτες σε μια περίοδο ανάγκης έρχεται σε έντονη αντίθεση με τις πιο διαδεδομένες, σήμερα, αντιμεταναστευτικές συμπεριφορές στις Η.Π.Α. και όχι μόνο εκεί.

Importing Labor: The Bracero Program, 1942

Το 1945, ο Ansel Adams κάλεσε τη Lange να διδάξει στο νέο-ιδρυθέν τμήμα της καλλιτεχνικής φωτογραφίας στη Σχολής Καλών Τεχνών της Καλιφόρνιας (CSFA). Η Imogen Cunningham και ο Minor White προσελήφθησαν επίσης στην σχολή. Το 1953, η Dorothea Lange συνεργάστηκε εκ νέου με τον Ansel Adams για να καταγράψουν τις αλλαγές στους παραδοσιακούς τρόπους ζωής σε τρεις κοινότητες των Μορμόνων στη Γιούτα. Το έργο τελικά δημοσιεύτηκε ως δεκασέλιδο άρθρο στο περιοδικό Life. Παρά τη μακρά φιλία τους, οι διαφωνίες σχετικά με τη μεθοδολογία και τους στόχους του έργου προκάλεσαν ρήξη μεταξύ των δύο φωτογράφων. Αν και κανένας από τους δύο δεν ήταν ικανοποιημένος με το αποτέλεσμα, οι φωτογραφίες της Lange αποτυπώνουν την αξιοπρέπεια και τη δύναμη των κατοίκων της υπαίθρου σε εποχές που αλλάζουν.

Three Mormon Towns, 1953

Μετά το Β’ Π.Π, η Καλιφόρνια γνώρισε πρωτοφανή ανάπτυξη. Η οικονομία άνθησε και εμφανίστηκαν νέα προάστια σε όλη την πολιτεία, συνδεδεμένα με εκτεταμένους αυτοκινητόδρομους. Δεν ωφελήθηκαν όμως όλοι. Η ανεξέλεγκτη ανάπτυξη απείλησε το φυσικό περιβάλλον και οδήγησε στην παρακμή των αστικών συνοικιών, όπου ζούσαν κυρίως οι φτωχοί και οι έγχρωμοι. Η Lange πήρε θέση με μια σειρά φωτογραφιών όπως «Ο Θάνατος μιας Κοιλάδας», στην οποία κατέγραψε την αναγκαστικά απομάκρυνση μιας ολόκληρης κοινότητας για να σχηματιστεί η τεχνητή λίμνη Berryessa, που θα παρείχε νερό για άρδευση και ψυχαγωγικούς σκοπούς στον αυξανόμενο πληθυσμό της Βόρειας Καλιφόρνιας. Αντί να δει πρόοδο, η ενσυναίσθητη ματιά της Lange κατέγραψε την αλλαγή της αστικής ζωής και την άσχημη πλευρά των προαστίων. Το περιοδικό Life, αν και της είχε παραγγείλει αυτό το φωτογραφικό δοκίμιο, τελικά δεν δέχτηκε να το δημοσιεύσει. Η Lange, η οποία είχε συν-ιδρύσει, από το 1952, το φωτογραφικό περιοδικό Aperture (και τον ομώνυμο εκδοτικό οίκο) αφιέρωσε ένα ολόκληρο τεύχος για να προβάλει αυτή τη δουλειά της.

Ο Θάνατος μιας Κοιλάδας

Αφού διάβασε το βιβλίο «The Irish Countryman» του ανθρωπολόγου Conrad M. Arensberg, η Lange ενθουσιάστηκε με την ιδέα να επισκεφτεί και να φωτογραφίσει την Ιρλανδία. Έτσι, το 1954, έπεισε το περιοδικό Life να την στείλει για ένα φωτογραφικό δοκίμιο αφιερωμένο στη ζωή στην ιρλανδική ύπαιθρο. Συνοδευόμενη από τον γιο της Daniel Dixon, ο οποίος επρόκειτο να γράψει το κείμενο του δοκιμίου, πέρασε έξι εβδομάδες παρατηρώντας και καταγράφοντας την καθημερινή ζωή στην αγροτική κομητεία Clare. Οι φωτογραφίες που προέκυψαν αποκαλύπτουν μια προφανή – μερικοί θα έλεγαν ρομαντικοποιημένη – αγάπη για τον ιρλανδικό λαό και την ύπαιθρο. Η Lange όμως, δεν έμεινε καθόλου ευχαριστημένη από τον τρόπο που παρουσιάστηκε η δουλειά της στο περιοδικό. Η ίδια πίστευε ότι οι φωτογραφίες της έπρεπε να μεταφέρουν μια γενική αίσθηση της ατμόσφαιρας στην Ιρλανδία, ώστε τα ονόματα των εικονιζόμενων και οι τόποι να μην έχουν σημασία, αλλά οι συντάκτες του Life δεν συμφώνησαν. Προσέλαβαν έναν δημοσιογράφο στο Λονδίνο, ο οποίος στη συνέχεια ακολούθησε τα βήματα της Lange γύρω από την Clare, καταγράφοντας ονόματα και τοποθεσίες για το περιοδικό. Παρόλο που η Lange είχε τραβήξει περισσότερες από 2.000 φωτογραφίες, μόνο 19 από αυτές εμφανίστηκαν στο περιοδικό. Το κείμενο περιελάμβανε ελάχιστα στοιχεία από την αφήγηση του Daniel Dixon και το όνομά του δεν εμφανιζόταν στους τίτλους. Η Lange δεν συνεργάστηκε ποτέ ξανά με το Life.

Irish Country Life, 1954

Το 1957, η Lange ξεκίνησε μια σειρά φωτογραφιών με σκοπό να καταγράψει το έργο ενός νεαρού δημόσιου συνηγόρου στο Όκλαντ, του Martin Pulich. Για αρκετούς μήνες, τον φωτογράφιζε καθώς συναντιόταν με πελάτες και επιχειρηματολογούσε στο δικαστήριο. Οι φωτογραφίες της αποκαλύπτουν συμπάθεια για τους κρατούμενους και τις οικογένειές τους, καθώς βίωναν τη σύλληψη, την κράτηση και τις εμφανίσεις τους στο δικαστήριο. Η σειρά είναι ένα δυνατό δοκίμιο για το αστικό σύστημα ποινικής δικαιοσύνης, με όλες τις ανισότητες φυλής και τάξης που το διέπουν. Η Lange ταυτίστηκε έντονα με το κίνητρο και τον ιδεαλισμό του δημόσιου συνηγόρου, που από μόνο του αποτελεί μορφή ακτιβισμού.

Bearing Witness: The Public Defender Series, 1957

Οι φωτογραφίες της Lange έχουν συσχετισθεί με τον συνεχή αγώνα για την ανθρώπινη αξιοπρέπεια κατά τη διάρκεια φυσικών καταστροφών ή κυβερνητικών ενεργειών και παραλείψεων. Παρά το γεγονός ότι αφοσιώθηκε, κυρίως, στην προσέγγισή και την αποτύπωση των κοινωνικών αδικιών, δεν πρέπει να παραβλέπουμε και μια άλλη, λιγότερο γνωστή πλευρά του έργου της, η οποία αποκαλύπτει τις πολλές τρυφερές στιγμές και χειρονομίες συμπόνιας που απεικονίζονται στις φωτογραφίες της. Για παράδειγμα, η κοντινή φωτογραφία «Paul’s Hands», 1957, που εστιάζει στα γερασμένα χέρια του συζύγου της ή ο ερωτικός υπαινιγμός ενός ζευγαριού στο λεωφορείο, καθώς μπλέκουν τα πόδια τους. Το έργο της μιλάει για την αγωνία, τη συμπόνια και την αξιοπρέπεια των ανθρώπων, αλλά και για τη σημασία της μαρτυρίας. Ή, όπως είπε η Lange: «Δεν είναι εικονογραφημένη απεικόνιση, είναι απόδειξη».

Από το 1958 έως το 1962, ο σύζυγος της Lange, Paul Taylor, ανέλαβε μια σειρά από κυβερνητικές αποστολές στο εξωτερικό για λογαριασμό των ΗΠΑ και των Ηνωμένων Εθνών. Παρά την ολοένα επιδεινούμενη υγεία της, η Lange αποφάσισε να τον συνοδεύσει. Το ζευγάρι ταξίδεψε στην Ευρώπη, την Ασία, τη Νότια Αμερική και την Αφρική, επισκεπτόμενο 12 χώρες, όπως το Πακιστάν, την Κορέα και το Βιετνάμ, μεταξύ άλλων. Ενώ ο Taylor διεξήγαγε έρευνες και συμβούλευε τις αναπτυσσόμενες χώρες σχετικά με την αγροτική μεταρρύθμιση, η Lange βρήκε την ευκαιρία να καταγράψει τη ζωή σε άλλες χώρες, πολλές από τις οποίες αποδείχθηκαν πιο άπορες από τις συνθήκες που βίωσε κατά τη διάρκεια της εργασίας της για την FSA. Παρά τον δικό της χρόνιο πόνο, τράβηξε φωτογραφίες που τόνιζαν την καθολικότητα της ανθρώπινης εμπειρίας.

Dorothea Lange: International Travel, 1958 – 1962

Αυτά τα ταξίδια τελείωσαν καθώς η υγεία της Lange συνέχισε να επιδεινώνεται, ενώ το 1965, διαγνώστηκε με καρκίνο. Εν τούτοις παρέμεινε αρκετά ενεργητική για να συνεργαστεί με το Μουσείο Μοντέρνας Τέχνης της Νέας Υόρκης στην πρώτη ατομική της έκθεση. Η Dorothea Lange πέθανε από τον καρκίνο του οισοφάγου στις 11 Οκτωβρίου του 1965, σε ηλικία 70 ετών Η αναδρομική της έκθεση στο MoMA άνοιξε τρεις μόλις μήνες μετά τον θάνατό της.

Για το τέλος θα αναφέρω μια συγκυρία που – πιθανόν – να συνδέει τη Lange ή μάλλον καλύτερα τον σύζυγο της, Paul Taylor με την Ελλάδα, όπως την αναφέρει ο δάσκαλος φωτογραφίας και πρόεδρος του Fotoart Δημήτρης Ασιθιανάκης. Ο Paul Taylor ήταν καθηγητής οικονομικών στο πανεπιστήμιο Berkeley από το 1922. Αν και το πανεπιστήμιο πολλές φορές διαφωνούσε με τις έρευνες του για τους φτωχούς αγρότες, αλλά και τους μετανάστες από το Μεξικό και πολλές φορές του στέρησε αυξήσεις και εξέλιξη, εν τούτοις κάποια στιγμή αναγνωρίστηκε το έργο του και έγινε κοσμήτορας του τμήματος οικονομικών από το 1952 μέχρι το 1956. Αυτός που τον διαδέχτηκε στη θέση του κοσμήτορα, από το 1956 μέχρι το 1959 που ήρθε με υποτροφία του ιδρύματος Guggenheim για οικονομικές έρευνες στην Ελλάδα, ήταν ο Ανδρέας Παπανδρέου. Πόσο επηρέασαν την πολιτική σκέψη του Α.Παπανδρέου οι ρηξικέλευθες απόψεις του Paul Taylor, ο οποίος συνέχισε να δημοσιεύει άρθρα και βιβλία για μεγάλο διάστημα και μετά από την συνταξιοδότηση του, σχεδόν μέχρι τον θάνατο του το 1984; Πόσα από την αγροτική πολιτική του ΠΑΣΟΚ και από τα ευρωπαϊκά ΜΟΠ έχουν τις ρίζες τους πίσω σε εκείνες τις μέρες στο Berkeley;

Ο Α.Παπανδρέου έγινε επίκουρος καθηγητής στο Berkeley στο τέλος της δεκαετίας του 40′ και τακτικός το 1955, δηλαδή χρονιά που ο Paul Taylor ήταν κοσμήτορας της. Με δεδομένο ότι ο Α.Παπανδρέου συμμετείχε ενεργά στην κοινωνική ζωή του Πανεπιστημίου, στα γεύματα, στις γιορτές και στα κοκτέιλ πάρτι, πιθανότατα να είχε γνωρίσει την Dorothea Lange που ήδη από το 1945 ήταν κι αυτή καθηγήτρια στο San Francisco Art Institute. Μήπως η επαφή του Ανδρέα Παπανδρέου με έναν τέτοιο μύθο ενέπνευσε ή ενίσχυσε το δεδομένο ενδιαφέρον του για την φωτογραφία;

Χρήστος Κοψαχείλης, Δεκέμβριος 2025

Πηγές:

  • Dorothea Lange Digital Archive
  • Dorothea Lange – Search the art story
  • Dorothea Lange – A Visual Life, Smithsonian Institute, 1994