Η σημασία του έργου του Ian Berry βρίσκεται στη λεπτή ισορροπία ανάμεσα στο γεγονός και τον άνθρωπο, στο ντοκουμέντο και την προσωπική παρατήρηση. Οι φωτογραφίες του δεν επιδιώκουν να επιβληθούν στον θεατή. Αντίθετα, του ζητούν να σταθεί, να κοιτάξει και να διαβάσει όσα συμβαίνουν μέσα στο κάδρο. Σε μια εποχή όπου η εικόνα καταναλώνεται με ολοένα μεγαλύτερη ταχύτητα, το έργο του Berry υπενθυμίζει κάτι ουσιαστικό: ότι η φωτογραφία μπορεί ακόμη να λειτουργεί ως μνήμη, ως μαρτυρία και ως τρόπος κατανόησης του κόσμου. Και ίσως αυτή να είναι τελικά η μεγαλύτερη αξία του έργου του: ότι δεν μας δείχνει μόνο τι συνέβη, αλλά μας καλεί να αναρωτηθούμε πώς κοιτάζουμε την ίδια την Ιστορία.

Βερολίνο, 1963. Περίοδος των Χριστουγέννων. Δύο αδέλφια συναντιούνται αφού είχαν χωριστεί από το Τείχος.

Ο ίδιος, αναφερόμενος στα πρώτα του βήματα στη φωτογραφία – στη δεκαετία του ΄60 – δηλώνει: «Ήμασταν όλοι αριστεροί τότε, όχι αριστεροί με κεφαλαίο Α, αλλά αριστεροί στο πώς θέλαμε να δούμε τι συνέβαινε. Θέλαμε να δείξουμε στους ανθρώπους στη μία άκρη του κόσμου τι συνέβαινε στους ανθρώπους στην άλλη άκρη του κόσμου… Ειλικρινά δεν με ενδιαφέρει η ομφαλοσκόπηση – κοιτάζω τι υπάρχει εκεί έξω και προσπαθώ να το απεικονίσω με τον καλύτερο δυνατό τρόπο».

Ο Ian Berry γεννήθηκε στο Preston του Lancashire της Αγγλίας στις 4 Απριλίου 1934. Αφού φοίτησε σε οικοτροφείο, ακολούθησε την επιθυμία του να ταξιδέψει σε όλο τον κόσμο. Μετακόμισε στη Νότια Αφρική το 1952, όπου σύντομα έμαθε μόνος του φωτογραφία. Εργάστηκε, για ένα χρόνο, υπό την καθοδήγηση του Roger Madden ενός Νοτιοαφρικανού φωτογράφου που ήταν βοηθός του Ansel Adams και ο οποίος του δίδαξε τη τεχνική της φωτογραφίας χρησιμοποιώντας μια κάμερα 4×5 ιντσών. Στη συνέχεια εργάστηκε στη αφρικανική κυριακάτικη εφημερίδα eGoli, αλλά μετά από 10 μήνες η εφημερίδα έκλεισε και ο Berry επέστρεψε στη Μεγάλη Βρετανία και ταξίδεψε για κάποιο διάστημα. Στα τέλη της δεκαετίας του 1950, επέστρεψε στη Νότια Αφρική για να εργαστεί στον όμιλο Sunday Times στο Γιοχάνεσμπουργκ. Όταν έμαθε ότι ο Tom Hopkinson, ο προηγούμενος διευθυντής σύνταξης του βρετανικού περιοδικού Picture Post, ετοίμαζε την έκδοση ενός νέου περιοδικού με το όνομα Drum, ο Μπέρι επικοινώνησε μαζί του εκδηλώνοντας το ενδιαφέρον του για δουλειά. Η θητεία του στο περιοδικό διεύρυνε την αντίληψή του για την έντυπη φωτογραφία-ρεπορτάζ, ενώ παράλληλα εμβάθυνε την κατανόησή του για τη νοτιοαφρικανική πολιτική κατά τη διάρκεια του απαρτχάιντ.

Στις 21 Μαρτίου 1960, ο Berry βρισκόταν στην πόλη Sharpeville της Νότιας Αφρικής, όπου περίπου 5.000-7.000 άνθρωποι είχαν συγκεντρωθεί γύρω από ένα αστυνομικό τμήμα για να διαμαρτυρηθούν. Ο Berry ήταν ο μοναδικός φωτογράφος που κατέγραψε τη σφαγή των διαδηλωτών από την αστυνομία, που ακολούθησε. Οι εικόνες του ξεπέρασαν τα όρια της δημοσιογραφικής μαρτυρίας και απέκτησαν ιστορική και δικαστική σημασία. Ήταν μια από εκείνες τις στιγμές όπου η φωτογραφία παύει να είναι απλώς εικόνα και γίνεται τεκμήριο. Ο ίδιος, σε μια συνέντευξη που δημοσιεύτηκε στις 30 Μαΐου 1975 στο BJP, διηγήθηκε:

«Η ένταση είχε συσσωρευτεί για εβδομάδες. Οι μαύροι Αφρικανοί απεργούσαν για πράγματα όπως ένα αξιοπρεπές εισόδημα διαβίωσης και για την κατάργηση της υποχρέωσης να έχουν μαζί τους κάρτες [μια μορφή εσωτερικού διαβατηρίου που χρησιμοποιείτο για τον διαχωρισμό του πληθυσμού] – αιτήματα που σήμερα θα θεωρούσαμε αρκετά μετριοπαθή. Αλλά η απεργία των μαύρων στη Νότια Αφρική ήταν τότε παράνομη. Ο Τύπος είχε συρρεύσει στο Sharpeville επειδή εκείνο το πρωί είχε σκοτωθεί ένας Αφρικανός. Μια σειρά τεθωρακισμένων περιπολικών της αστυνομίας διέσχισε τους δρόμους της πόλης και διέταξε τους δημοσιογράφους να διαλυθούν. Οι περισσότεροι το έκαναν, αλλά εγώ πάρκαρα το αυτοκίνητό μου πίσω από ένα κτίριο και χώθηκα απαρατήρητος ανάμεσα στο πλήθος, το οποίο δεν έμοιαζε ιδιαίτερα επιθετικό. Σκέφτηκα ότι δεν θα συνέβαινε τίποτα, οπότε γύρισα πίσω στο αυτοκίνητο και μόλις έφτασα εκεί, η αστυνομία άνοιξε πυρ».

«Άνθρωποι άρχισαν να τρέχουν προς όλες τις κατευθύνσεις και ενστικτωδώς άρχισα να βγάζω περισσότερες φωτογραφίες. Είχα μαζί μου δυο Leica, με έναν ευρυγώνιο και έναν κανονικό φακό και απλώς φωτογράφιζα ανθρώπους που έτρεχαν προς το μέρος μου. Όταν συνειδητοποίησα ότι άνθρωποι σκοτώνονταν γύρω μου, έπεσα κι εγώ στο έδαφος. Δεν φαινόταν νόημα να προσπαθώ να ξεφύγω, γιατί ήταν εξίσου πιθανό να χτυπηθώ. Όταν σταμάτησαν οι πυροβολισμοί, σηκώθηκα, και ήμουν μόνο εγώ κι ένα ακόμα άτομο όρθιοι.»

Η αστυνομία της Νότιας Αφρικής πυροβόλησε δεκάδες διαδηλωτές, συμπεριλαμβανομένων παιδιών. Ανέφερε ότι σκότωσε 69 και τραυμάτισε 180, αλλά έρευνα που δημοσιεύτηκε το 2023 δείχνει ότι σκοτώθηκαν τουλάχιστον 91 και περίπου 238 τραυματίστηκαν. Πολλοί από τους τραυματίες υπέστησαν τραύματα στην πλάτη από τους πυροβολισμούς που δέχτηκαν καθώς προσπαθούσαν να διαφύγουν. Οι φωτογραφίες του Berry ήταν η μόνη καταγραφή του τι είχε συμβεί, εκτός από τις μαρτυρίες της αστυνομίας, αλλά ο ιδιοκτήτης του Drum αρνήθηκε να τις δημοσιεύσει, φοβούμενος ότι θα του έκλειναν το περιοδικό. Έτσι, ο Berry τις έστειλε σε ένα πρακτορείο στο Λονδίνο και στη συνέχεια δημοσιεύτηκαν σε περιοδικά όπως το LIFE και το Paris Match. Πολύ αργότερα χρησιμοποιήθηκαν στο δικαστήριο, για να αθωωθούν οι διαδηλωτές που είχαν δεχθεί πυροβολισμούς και στη συνέχεια κατηγορήθηκαν για συμπλοκή. Στη δίκη κλήθηκε να καταθέσει και ο Berry. Ως ο μόνος λευκός, μη αστυνομικός μάρτυρας στη δίκη, ο λόγος του θεωρήθηκε ευαγγέλιο. Τον πίστεψαν περισσότερο από την επίσημη θέση της αστυνομίας. Δεν υπήρχαν άλλες φωτογραφίες που να τεκμηριώνουν τα γεγονότα και οι φωτογραφίες του Berry συμπεριλήφθηκαν στα αποδεικτικά στοιχεία της δικαστικής διαδικασίας, αποδεικνύοντας ότι τα θύματα δεν είχαν κάνει τίποτα κακό και ότι η αστυνομία είχε ξαναγεμίσει τα όπλα της και είχε πυροβολήσει το πλήθος καθώς οι άνθρωποι έτρεχαν μακριά. Ο Berry δεν αντιμετώπισε άμεσες επιπτώσεις και συνέχισε να καταγράφει το απαρτχάιντ. Τελικά, όπως και πολλά άλλα μέλη του Τύπου, του απαγορεύτηκε η είσοδος στη χώρα χωρίς να δοθούν εξηγήσεις. Η σφαγή στο Sharpeville ήταν τόσο βάναυση που στάθηκε ως σημείο καμπής, αλλά χρειάστηκαν άλλα δέκα χρόνια πριν αρχίσουν να αλλάζουν τα πράγματα στη Νότια Αφρική. Η σφαγή στο Sharpeville έχει πλέον χαρακτηριστεί ως δημόσια αργία.

Στη συνέχεια ο Berry κατέγραψε την κρίση στο Κονγκό, μετά την ανεξαρτησία του τον Ιούνιο του 1960, συμπεριλαμβανομένης της απόσχισης του Κατάνγκα. Το 1962, όταν ο 28χρονος Berry ζούσε στο Παρίσι, ήρθε σε επαφή με τη Magnum. Συνάντησε τον Henri Cartier-Bresson, ο οποίος κοίταξε τις τυπωμένες φωτογραφίες του και φάνηκε δυσαρεστημένος. Ο Berry θυμάται: «Ανέβηκα πάνω στο γραφείο, και μου είπαν, “Τι του έκανες, σε μισεί!” Μου εξήγησαν ποιο ήταν το πρόβλημα: δεν ήθελε να δει τυπωμένες φωτογραφίες, ήθελε να δει τα κοντάκτ. Ήθελε να δει πώς σκεφτόσουν.» Μετά από άλλη μια συνάντηση, ο Berry προσκλήθηκε να ενταχθεί στη Magnum. «Ήταν σπουδαίος μέντορας», λέει ο Berry για τον Cartier-Bresson, ο οποίος είπε στον νεαρό φωτογράφο ότι «αν τραβήξεις μία καλή φωτογραφία τον χρόνο, είναι καλά» – μια συμβουλή που τον ενθάρρυνε σε όλη του την καριέρα. Από το 1967, ως πλήρες μέλος του πρακτορείου, ο Berry ταξίδεψε και εργάστηκε σε ολόκληρο τον κόσμο, ακολουθώντας τα ίχνη της ιστορίας εκεί όπου αυτή γραφόταν. Το 1964, ο Berry έφυγε από το Παρίσι για το Λονδίνο για να γίνει ο πρώτος φωτογράφος με σύμβαση για το περιοδικό The Observer. Τέσσερα χρόνια αργότερα, τον Αύγουστο του 1968, ήταν ο μοναδικός γνωστός ξένος φωτογράφος που κατέγραψε τη σοβιετική εισβολή στην Πράγα.

Τσέχοι ακούν ειδήσεις για τη ρωσική εισβολή σε φορητό ραδιόφωνο. 

«Όλοι ήξεραν ότι κάτι επρόκειτο να συμβεί. Είχα ετοιμάσει βίζα, αλλά δεν συνέβη τίποτα και μετά η βίζα μου έληξε. Δέχτηκα ένα τηλεφώνημα από τον τότε επικεφαλής του γραφείου μου στο Παρίσι που μου είπε ότι οι Ρώσοι εισέβαλλαν στην Τσεχοσλοβακία, και αν ήθελα να πάω; Είπε ότι ο Don McCullin ήταν ήδη καθ’ οδόν, κι αυτό ήταν σαν κόκκινο πανί για μένα, οπότε είπα «Έρχομαι!». Πήγα στην τσεχική πρεσβεία, πήρα βίζα, και μέχρι να φτάσω στο Χίθροου, η πτήση για τη Βιέννη –ο προφανής προορισμός– ήταν γεμάτη. Αλλά, ως επόμενη καλύτερη επιλογή, πήρα μια πτήση για το Μόναχο, νοίκιασα αυτοκίνητο, οδήγησα μέχρι τα σύνορα, όπου βρήκα ένα πλήθος δημοσιογράφων, οι οποίοι μου είπαν: «Μας γυρίζουν όλους πίσω, δεν θα μπεις.»

»Είχα διαβάσει στο αεροπλάνο ότι επρόκειτο να γίνει ένα συνέδριο αρχιτεκτόνων στην Πράγα. Ακριβώς τη στιγμή που έφτασα, οι Ρώσοι ανέλαβαν τον έλεγχο. Ο Ρώσος αξιωματικός ήθελε να δείξει στους Τσέχους ότι αυτός είχε τον έλεγχο, και όταν του είπα ότι πήγαινα σε αυτό το συνέδριο αρχιτεκτόνων, παρόλο που είχα τσάντες με κάμερες στο πίσω κάθισμα του αυτοκινήτου, μου έκανε νόημα να περάσω – και ήμουν ο μόνος που μπήκε. Καθώς οδηγούσα, τανκς έρχονταν από την αντίθετη κατεύθυνση.

»Για τέσσερεις μέρες φωτογράφιζα στον δρόμο όλα αυτά που συνέβαιναν. Την εισβολή των Ρώσων και τους Τσέχους που διαμαρτύρονταν εναντίον τους. Είχα δύο κάμερες κάτω από το παλτό μου. Πάντα φοράω πανωφόρι πιο μεγάλο από το μέγεθός μου, για αυτόν ακριβώς τον λόγο. Την τέταρτη μέρα μπήκαν και άλλοι ξένοι φωτογράφοι στη Πράγα, οπότε έφυγα. Έβαλα όλα τα φιλμ μου στα τάσια του Volkswagen Beetle μου και μέσα στις πόρτες, αλλά όταν έφτασα στα σύνορα οι Ρώσοι δεν με κοίταξαν καν, απλώς μου έκαναν νόημα να περάσω κατευθείαν. Ήταν νύχτα και δεν είχα κοιμηθεί για τρεις ή τέσσερις ημέρες, οπότε με πήρε ο ύπνος στο τιμόνι και κατέληξα σε ένα χαντάκι με το αυτοκίνητο. Ευτυχώς, πέρασε ένας αγρότης, πήγε και έφερε το τρακτέρ του για να με τραβήξει έξω και αυτό ήταν όλο – συνέχισα για το Μόναχο. Ο «σκαραβαίος» ήταν λίγο τσαλακωμένος. Πήρα μια πτήση και πρόλαβα την προθεσμία του Paris Match».

Έχοντας ταξιδέψει και ζήσει στο εξωτερικό για πάνω από μια δεκαετία, ο Berry ένιωσε την ανάγκη να καταγράψει τους Άγγλους – να ανακαλύψει ξανά τους ανθρώπους και τον πολιτισμό της πατρίδας του. Έπειτα από ανάθεση από την γκαλερί Whitechapel το 1972, φωτογράφισε την περιοχή του East End και την ποικιλομορφία των κατοίκων του, τόσο των παλιών όσο και των πρόσφατα αφιχθέντων. Στη συνέχεια, η απονομή της πρώτης υποτροφίας φωτογραφίας του Arts Council έδωσε στον Berry την ευκαιρία να επεκτείνει την εξερεύνησή της καθημερινής ζωής σε ολόκληρη την Αγγλία. Πέρασε σχεδόν ένα χρόνο, το 1975, ταξιδεύοντας και φωτογραφίζοντας ανθρώπους μικρούς και μεγάλους, όλων των τάξεων, στο σπίτι, στη δουλειά, στην ξεκούραση, μόνους ή σε παρέες. Ο Berry κοίταξε τη χώρα του με ένα βλέμμα ταυτόχρονα οικείο και αποστασιοποιημένο. Το αποτέλεσμα ήταν μια σύνθετη προσωπογραφία της βρετανικής κοινωνίας, γεμάτη κοινωνικές αντιθέσεις, χιούμορ, τρυφερότητα και λεπτή ειρωνεία. «Μου φάνηκε καλή ιδέα να ασχοληθώ με τους Άγγλους πριν το βλέμμα μου γίνει εντελώς μπλαζέ». Το 1978, μια επιλογή από αυτές τις φωτογραφίες συγκεντρώθηκαν στην εμβληματική έκδοσή του «The English», που αποτελεί τόσο ένα βαθιά προσωπικό πορτρέτο της πατρίδας του όσο και μια συναρπαστική καταγραφή της Αγγλίας στη δεκαετία του ’70. Γράφοντας για την έκδοση, ο Berry έχει αναγνωρίσει την υποκειμενική της κλίση: «Χρειάστηκε να επιλέξω τις αγαπημένες μου φωτογραφίες, κι αυτό αναγκαστικά λειτουργεί εις βάρος μιας συνολικής εικόνας. Στο τέλος, ένα τέτοιο βιβλίο δεν μπορεί παρά να προσφέρει μια προσωπική και μερική άποψη γι’ αυτό που έχει δει κανείς. Οι αναγνώστες πρέπει να βγάλουν τα δικά τους συμπεράσματα για τις φωτογραφίες και για το τι σημαίνουν συνολικά.» Αν και η σύλληψη της ιδέας του βιβλίου επηρεάστηκε από το «The Americans» του Robert Frank, που είχε εκδοθεί δύο δεκαετίες νωρίτερα, ο Berry, όταν ρωτήθηκε για τις ομοιότητες με το έργο του Frank, σημείωσε: «Νομίζω ότι είχε φανεί λίγο άδικος με τους Αμερικανούς… δεν ήθελα να είμαι τόσο σκληρός με τους Βρετανούς.»

Από έναν ανθρακωρύχο που σέρνει μια φορτηγίδα κάρβουνο και αγρότες που φροντίζουν τα βραβευμένα τους πρόβατα μέσα σε καταρρακτώδη βροχή, μια ηλικιωμένη γυναίκα να παίζει κρίκετ σε μια γκρίζα παραλία, και πλήθη κομψά ντυμένων ανθρώπων στις ιπποδρομίες του Ascot – αυτές οι φωτογραφίες αποτυπώνουν τα χαρακτηριστικά μιας απόλυτα «βρετανικής» ταυτότητας. Ωστόσο διαπνέονται και από τη διακριτή ατμόσφαιρα της δεκαετίας στην οποία τραβήχτηκαν: μια σκηνή έντονης κοινωνικής αντιπαράθεσης ανάμεσα σε έναν αχθοφόρο και έναν χρηματιστή, ενώ ένας νεαρός άνδρας και δύο γυναίκες ποζάρουν προκλητικά σε μια ποπ συναυλία στο Hyde Park. Σχετικά με την καταγραφή μιας τέτοιας εγκάρσιας τομής της κοινωνίας, ο Berry θυμάται ότι είχε την ελευθερία να αναζητά ενδιαφέρουσες καταστάσεις και να περιμένει την κατάλληλη ευκαιρία για να δημιουργήσει συναρπαστικές φωτογραφίες. Τώρα όμως, η αυξημένη καχυποψία γύρω από τον φωτογράφο και το γεγονός του να φωτογραφίζεσαι έχουν αλλάξει τον τρόπο εργασίας του σε αυτή τη χώρα. Με μια έννοια, λοιπόν, το «The English» αποτελεί επίσης έναν φόρο τιμής σε μια συγκεκριμένη στιγμή του φωτορεπορτάζ στην Αγγλία: με τα λόγια του Berry, «Ήταν καλή εποχή για να φωτογραφίζεις».

Για την ιστορία αναφέρω ότι το 2020, ο Bob Dylan χρησιμοποίησε μία από τις φωτογραφίες του του Berry από το λεύκωμα «The English» για το εξώφυλλο του άλμπουμ του Rough and Rowdy Ways. Η επιχρωματισμένη εκδοχή της πρωτότυπης απεικονίζει ένα έγχρωμο, καλοντυμένο ζευγάρι να χορεύει ενώ ένας άντρας ακουμπάει σε ένα τζουκ μποξ πίσω τους. Η φωτογραφία είχε τραβηχτεί σε ένα υπόγειο κλαμπ στην οδό Cable του Ανατολικού Λονδίνου, το 1964. Αν και κανένα από τα πρόσωπά δεν είναι ορατό, η εικόνα σφύζει από μυστήριο και ρομαντισμό.

Ο Ian Berry είχε ελάχιστες συνεργασίες με αστέρες της show business, δεν ήταν στο στυλ του. Όμως, πίσω στο 1970, έχοντας μόλις επιστρέψει από ένα εξαντλητικό ταξίδι διάρκειας επτά μηνών στην Αφρική και την Ασία, του ανατέθηκε μια εντελώς ασυνήθιστη γι’ αυτόν αποστολή. Οι επικεφαλής γραφείων της Magnum σκέφτηκαν ότι θα του έκανε καλό μια χαλαρή φωτογράφιση μετά από ένα τόσο μεγάλο ταξίδι. Έτσι βρέθηκε στο μικρό διαμέρισμα του Γάλλου τραγουδιστή και ειδώλου της ποπ κουλτούρας Serge Gainsbourg και της Αγγλίδας τραγουδίστριας και ηθοποιού Jane Birkin, στο Παρίσι. Το ζευγάρι – εξαιρετικά αναγνωρίσιμες φιγούρες της μουσικής και νεανικής κουλτούρας της δεκαετίας του 1970 – απασχολούσαν συχνά τον Τύπο, μέσω φωτογραφιών, αλλά και μέσω της ίδιας τους της μουσικής – κυρίως μέσω του τολμηρού ντουέτου «Je t’aime… moi non plus», το οποίο θα απαγορευόταν σε αρκετές χώρες λόγω του περιεχομένου των στίχων του. Ο Berry πέρασε μια ολόκληρη μέρα με το ζευγάρι, φάγανε μεσημεριανό, δείπνο, πήγε για ψώνια με την Jane, χωρίς κανένα δημοσιογράφο μαζί τους και χωρίς κανένα ατζέντη να του λέει ότι έχει μόνο 15 λεπτά στη διάθεσή του. Ο κόσμος ήταν πιο χαλαρός τότε.

Η καριέρα του Berry στο φωτορεπορτάζ τον οδήγησε να καλύψει μερικές από τις πιο σημαντικές αναταραχές και κοινωνικοοικονομικές κρίσεις του κόσμου, συμπεριλαμβανομένης της ζωής στη Βόρεια Ιρλανδία κατά τη διάρκεια των Ταραχών στις αρχές της δεκαετίας του 1980, του λιμού στην Αιθιοπία, της καταστροφής στο ανθρακωρυχείο του Aberfan στην Ουαλία το 1966, καθώς και συγκρούσεων όπως ο Πόλεμος των Έξι Ημερών στο Ισραήλ. Ο Berry έχει επίσης ρεπορτάζ για τις πολιτικές και κοινωνικές μεταμορφώσεις στην Κίνα και την πρώην ΕΣΣΔ, και έχει καταγράψει καταυλισμούς προσφύγων στην Κεντρική Αμερική για την Ύπατη Αρμοστεία του ΟΗΕ για τους Πρόσφυγες. Ωστόσο, το έργο του Berry δεν χαρακτηρίζεται μόνο από τη γεωγραφική του έκταση. Αυτό που το κάνει ξεχωριστό είναι η συνέπεια του βλέμματός του. Δεν αναζητούσε απλώς τη δραματική στιγμή ούτε το εντυπωσιακό κάδρο. Η φωτογραφία του στηριζόταν στην παρατήρηση, στην εγγύτητα και στη διάρκεια. Στο ενδιαφέρον για την καθημερινή ζωή, για τις μικρές χειρονομίες, για όσα συμβαίνουν γύρω από τα μεγάλα γεγονότα και συχνά περνούν απαρατήρητα. Οι εμπειρίες του από τη δημοσίευση αυτού του έργου – ή από τη μη δημοσίευσή του, όταν το Paris Match επέλεξε να μην συμπεριλάβει τις φωτογραφίες του από τη βία του βρετανικού στρατού σε ένα άρθρο για τη Βόρεια Ιρλανδία – τον ενθάρρυναν να αναλάβει μεγαλύτερο έλεγχο της κυκλοφορίας του έργου του και συνέχισε να δημοσιεύει πολλά βιβλία.


Μπέλφαστ. 1981. Μικρά αγόρια σε διαδήλωση συμπαράστασης στους απεργούς πείνας των H-Blocks, με φέρετρα ζωγραφισμένα στο οδόστρωμα.

Το βιβλίο του «Sold Into Slavery» καταγράφει παιδιά μόλις 4 ή 5 ετών να πωλούνται από τους γονείς τους σε ντόπιους ψαράδες στη Λίμνη Βόλτα της Γκάνας. Ανάμεσα στα βιβλία του ξεχωρίζουν τα: «Women in Wine», «The Sporting Horse», και «Famous Piazzas». Στις αρχές της δεκαετίας του 2000 προσκλήθηκε επίσης από τη ισπανική αλιευτική βιομηχανία να παράξει ένα βιβλίο στο Βίγκο κατά τη διάρκεια της βρετανοϊσπανικής αλιευτικής διαμάχης. Η Νότια Αφρική παρέμεινε σε όλη του τη ζωή ένα από τα βασικά πεδία της δουλειάς του. Επέστρεψε επανειλημμένα, καταγράφοντας την κοινωνική πραγματικότητα και τις συνέπειες του φυλετικού διαχωρισμού. Το σημαντικό του έργο από τη Νότια Αφρική περιλαμβάνεται σε δύο βιβλία του – το «Black and Whites: L’Afrique du Sud» (1988) με πρόλογο του τότε Γάλλου προέδρου Φρανσουά Μιτεράν, και το «Living Apart» (1996) με πρόλογο του Αρχιεπισκόπου Ντέσμοντ Τούτου.

Στα τελευταία χρόνια της δημιουργικής του πορείας, το ενδιαφέρον του στράφηκε έντονα και προς το περιβάλλον. Αφετηρία για αυτή την έρευνα στάθηκε το ρεπορτάζ του για τους συρρικνώμενους παγετώνες της Γροιλανδίας, στις αρχές της νέας χιλιετίας. Έκτοτε, ο Berry, συνέχισε να μελετά τη σχέση του ανθρώπου με το νερό και τις επιπτώσεις της ανθρώπινης δραστηριότητας στα φυσικά οικοσυστήματα. Το 2023 εκδόθηκε από τη GOST το λεύκωμα «Water», το οποίο αποτελεί ταυτόχρονα φωτογραφικό δοκίμιο και προειδοποίηση για έναν πλανήτη που αλλάζει με ανησυχητική ταχύτητα. Ο Berry, με το έργο αυτό στόχευε εν μέρει στη διάδοση μιας επείγουσας ευαισθητοποίησης για την κλιματική αλλαγή και την απερίσκεπτη καταστροφή του περιβάλλοντος. Το «Water», όμως, είναι επίσης μια γιορτή του νερού και των πολλών μορφών του, από το Μπαγκλαντές μέχρι τη Νέα Ζηλανδία: «Δεν είναι ένα μελαγχολικό βιβλίο, γεμάτο μόνο με τις αποτυχίες και τα σφάλματα της ανθρωπότητας. Είναι επίσης γεμάτο και με εικόνες που δείχνουν τον ρόλο που έχει παίξει το νερό από την αρχαιότητα στις θρησκευτικές τελετουργίες, εικόνες της χαράς και της συντροφικότητας γυναικών και παιδιών γύρω από βρύσες που έχουν τοποθετήσει οι ΜΚΟ, και την χαριτωμένη ομορφιά ενός αιολικού πάρκου με φόντο την ομιχλώδη απεραντοσύνη της θάλασσας ή ενός τυφώνα που μαίνεται στο Χονγκ Κονγκ», αναφέρει ο ίδιος στο πρόλογο του βιβλίου.

Ο Ian Berry απεβίωσε στις 13 Σεπτεμβρίου 2026, σε ηλικία 92 ετών. Ως το μακροβιότερο μέλος της Magnum, ο Berry άφησε πίσω του μια τεράστια φωτογραφική κληρονομιά. Οι επικεφαλής του πρακτορείου ανέφεραν στην επίσημη ανακοίνωση τους: «Ο Ian ήταν μέλος της Magnum για περισσότερες από έξι δεκαετίες, και το έργο του έδειξε τη δύναμη και την ευθύνη της φωτογραφίας. Κατέγραψε δύσκολα πολιτικά γεγονότα, αλλά ποτέ δεν έχασε από τα μάτια του τους ανθρώπους που τα βίωναν. Οι φωτογραφίες του είχαν σημασία επειδή έμενε κοντά στους ανθρώπους και δεν κοιτούσε αλλού. Ο Ian έδωσε τόσα πολλά στη φωτογραφία και στη Magnum. Θα μας λείψει πολύ.»

Σεπτέμβριος 2026

Πηγές: Magnum Photos, Ian Berry – Photographer Profile