Ο Zaharia Cuşnir (στο κέντρο) με τον γαμπρό του Cebotari και τον γιό του.

Την άνοιξη του 2016, ο Victor Galușca, φοιτητής στη Σχολή Κινηματογράφου του Κισινάου (Chisinau) της Μολδαβίας, επισκέφτηκε το μικρό χωριό Roşietici για να γυρίσει ένα ντοκιμαντέρ, για τη πτυχιακή του εργασία, σχετικά με την παραδοσιακή αρχιτεκτονική. Καθώς περπατούσε στους χωματόδρομους του χωριού μπήκε σε ένα εγκαταλελειμμένο σπίτι, από το οποίο έλειπαν παράθυρα και πόρτες, και εκεί βρήκε περίπου είκοσι παλιά φωτογραφικά αρνητικά σκορπισμένα ανάμεσα στα σκουπίδια. Έδειξε το εύρημά του στον καθηγητή του, Nicolae Pojoga. Ακόμα και αυτός ο μικρός αριθμός λήψεων ήταν αρκετός για να πείσει τον Pojoga για την καλλιτεχνική και εθνογραφική τους αξία. Μια εβδομάδα αργότερα, ο Galușca επέστρεψε στο Roşietici ελπίζοντας να βρει τουλάχιστον μερικά ακόμη αρνητικά από αυτόν τον άγνωστο φωτογράφο της υπαίθρου. Συνειδητοποίησε ότι είχαν πέσει από μια τρύπα στην οροφή του σπιτιού που οδηγούσε στη σοφίτα. Όταν κατάφερε να σκαρφαλώσει, με δυσκολία, ως εκεί τον περίμενε ένας πραγματικός θησαυρός: μια βαλίτσα που περιείχε χιλιάδες αρνητικά. Ο Victor ρώτησε τους χωρικούς και έμαθε ότι το σπίτι ανήκε στον Zaharia Cuşnir, ο οποίος είχε πεθάνει από το 1993. Η κόρη του, Ioanna Cebotari, έμενε ακόμη στο χωριό – λίγα σπίτια πιο δίπλα – και πολύ γρήγορα παραχώρησε στον Galușca όλα τα αρνητικά και τα δικαιώματα επί αυτών, επειδή θεωρούσε ότι το αρχείο δεν είχε κάποια ιδιαίτερη αξία. Μοιράστηκε επίσης τις αναμνήσεις της για τον πατέρα της, ο οποίος επέστρεφε στο σπίτι μεθυσμένος μετά τις φωτογραφικές του περιοδείες στα γειτονικά χωριά με τσέπες γεμάτες νομίσματα που σκορπούσε γύρω του. Δεν μπορούμε παρά να υποθέσουμε τους λόγους για τους οποίους η οικογένειά του δεν ενέκρινε την ενασχόλησή του ως φωτογράφος. Οι περισσότεροι Μολδαβοί, ειδικά στην ύπαιθρο εκείνη την εποχή, έπιναν αλκοόλ καθημερινά. Ήταν ένα είδος παράδοσης να πίνεις ένα ποτήρι σπιτικό κρασί με τους επισκέπτες και τους ανθρώπους που περνούσαν από το σπίτι σου, ειδικά όταν πρόκειται για τον φωτογράφο. Ο κόσμος τον προσκαλούσε στους γάμους, στις κηδείες και για να έχουν μία φωτογραφία ταυτότητας για τα νομικά τους έγγραφα, οπότε έπρεπε να τον περιποιηθούν καταλλήλως.

Ο Zaharia Cuşnir, ή απλώς Zaharia όπως τον γνώριζαν οι περισσότεροι ήταν το μικρότερο από τα 16 παιδιά της οικογένειας του. Ο πατέρας του ήταν Μολδαβός επιχειρηματίας (γεννημένος το 1870) και η μητέρα του ήταν γερμανικής καταγωγής. Όταν γεννήθηκε ο Zaharia, το 1912, το χωριό του αποτελούσε μέρος του Βασιλείου της Ρουμανίας. Αλλά περιήλθε υπό σοβιετική κυριαρχία το 1940, όταν ο Στάλιν κατέλαβε τη ρουμανική περιοχή της Βεσσαραβίας στο πλαίσιο της συμφωνίας του 1939 με τον Χίτλερ. Η περιοχή επέστρεψε για λίγο στη Ρουμανία μετά τη συμμαχία της με τη ναζιστική Γερμανία κατά τη διάρκεια του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου και την εισβολή του στρατού του Χίτλερ στην Ε.Σ.Σ.Δ. Όταν τελείωσε ο πόλεμος, πέρασε ξανά στη Σοβιετική Ένωση, όπου παρέμεινε μέχρι που η Μολδαβία ανακήρυξε την ανεξαρτησία της το 1991. Ο Zaharia Cuşnir τελείωσε το δημοτικό σχολείο στο Rogojeni και στη συνέχεια φοίτησε στο παιδαγωγικό λύκειο στο Ιάσιο της Ρουμανίας. Ακολούθως δούλεψε ως δάσκαλος για ένα χρόνο. Κατά τη διάρκεια μιας περιόδου έντονης πείνας, πυροβόλησε κάποιους κλέφτες που προσπαθούσαν να κλέψουν λαχανικά από τον κήπο του. Το δικαστήριο του επέβαλε ποινή φυλάκισης δύο ή τριών ετών και αυτή η ετυμηγορία έβαλε τέλος στην καριέρα του ως δασκάλου. Όταν ξέσπασε ο πόλεμος, ο Zaharia, όπως πολλοί άλλοι, στάλθηκαν σε ένα κολχόζ όπου έπρεπε να επιτελεί σκληρή χειρωνακτική εργασία, να μετακινεί βράχους, να σκάβει το παγωμένο έδαφος, ή να γκρεμίζει τοίχους. Αργότερα και καθ΄ όλη τη διάρκεια της ζωής του, δούλεψε ως σιδηρουργός και δημιούργησε μια οικογένεια με 4 παιδιά με τη σύζυγό του, Daria, αλλά όλοι όσοι ζούσαν στα κοντινά χωριά τον ήξεραν ως φωτογράφο. Το μόνο άλλο πράγμα που θυμούνται οι κάτοικοι για τον Cuşnir, ήταν ότι του άρεσε να πίνει, κάτι που δεν είναι ασυνήθιστο σε μια περιοχή της Μολδαβίας γεμάτη αμπελώνες. Καλλιεργούσε μάλιστα τα δικά του σταφύλια και έφτιαχνε το δικό του κρασί.

Αυτό, ωστόσο, που πραγματικά τον ξεχώριζε από τους συγχωριανούς του ήταν το πάθος του για τη φωτογραφία. Προφανώς ήταν για αυτόν μια δημιουργική απόδραση από τη ρουτίνα της χειρωνακτικής εργασίας. Ερωτεύτηκε τη φωτογραφία αφότου ένας ανιψιός του, που είχε υπηρετήσει στον Σοβιετικό Στρατό, επισκέφθηκε το Roşietici με μια φωτογραφική μηχανή που είχε αγοράσει κατά τη διάρκεια της θητείας του και την έδειξε στον Cuşnir, ο οποίος δεν είχε ξαναδεί ποτέ του ως τότε κάμερα. Από εκείνη τη μέρα ο Zaharia απέκτησε εμμονή. Έκανε οικονομίες για να αγοράσει μια Lubitel, μια φθηνή αλλά στιβαρή σοβιετική απομίμηση μιας γερμανικής διοπτικής φωτογραφικής μηχανής, η οποία είχε κατασκευαστεί για πρώτη φορά πριν από τον Β΄Π.Π. Έμαθε τα βασικά από τον ανιψιό του και μετέτρεψε ένα από τα δύο μικρά δωμάτια του οικογενειακού σπιτιού σε σκοτεινό δωμάτιο, στο οποίο εμφάνιζε τα ασπρόμαυρα φιλμ τη νύχτα, ενώ τα παιδιά του κοιμόντουσαν δίπλα.

Άρχισε να φωτογραφίζει γύρω στο 1955 και παρότι δεν είχε καθόλου επιρροές ανέπτυξε το στυλ του μόνος του απεικονίζοντας τους ανθρώπους με έναν εξαιρετικό τρόπο. Επισκεπτόταν με το ποδήλατο του τα γύρω χωριά Caşunca, Rogojeni, Țâra, Ghindeşti, και Cenuşa, για να φωτογραφίζει κυρίως άπορους αγρότες με αντάλλαγμα μια χούφτα καπίκια ή λίγα αυγά. Τα μέλη της οικογένειάς του τον κατηγορούσαν συχνά ότι έβγαζε φωτογραφίες τους πάντες, συμπεριλαμβανομένων και των φτωχών, οι οποίοι ούτε μπορούσαν να τον πληρώσουν, ούτε αποτελούσαν παράδειγμα για τους άλλους, άρα δεν ήταν απαραίτητο να εμφανίζονται στις φωτογραφίες. Όλοι όμως ήθελαν να φωτογραφηθούν από τον Zaharia, όχι μόνο επειδή ήταν το μόνο άτομο με φωτογραφική μηχανή στα απομακρυσμένα χωριά τους, αλλά και επειδή έδειχνε τους ανθρώπους όπως ήθελαν να τους βλέπουν – όχι ως πειθαρχημένες φιγούρες της σοβιετικής προπαγάνδας ή ως αγράμματους χωρικούς, αλλά ως άτομα γεμάτα αυτοπεποίθηση και δυνατό χαρακτήρα. Ο Cuşnir δεν ωραιοποίησε ποτέ τη ζωή στο χωριό ή τη σοβιετική εξουσία. Απέφευγε τα πολιτικά θέματα και επικεντρώθηκε αντ’ αυτού στην μοναδικότητα των ατόμων. Απαθανάτισε τη χαρά της ζωής σε μια απομακρυσμένη και κατά τα άλλα άγνωστη περιοχή, και έκανε κάθε χαρακτήρα ξεχωριστό, που όλοι μπορούμε να εκτιμήσουμε.

Για σχεδόν δυο δεκαετίες περιπλανιόταν στα χωριά δημιουργώντας μια ολοκληρωμένη καταγραφή μιας κοινότητας, η αρχαία ιστορία της οποίας αντιμετώπιζε τις σύγχρονες σοβιετικές δυνάμεις κατοχής. Είναι σπάνιο να έχουμε μια τόσο λεπτομερή απεικόνιση της καθημερινής ζωής απλών ανθρώπων σε μικρά χωριά της Ανατολικής Ευρώπης πριν από 50-70 χρόνια και αυτή η καταγραφή ανοίγει το ερώτημα σχετικά με την εγκυρότητα της αντίληψής μας σχετικά με την καθολικότητα του παγκοσμιοποιημένου πολιτισμού σήμερα. Ενώ μερικές από τις φωτογραφίες φαίνονται αρκετά σύγχρονες, οι περισσότερες μοιάζουν σαν να τραβήχτηκαν πριν από περισσότερο από έναν αιώνα. Αυτή η αίσθηση μπορεί να αποδοθεί στον αγροτικό χαρακτήρα της περιοχής και στην έλλειψη τεχνολογίας που οφειλόταν στις οικονομικές και πολιτικές συνθήκες εκείνης της περιόδου. Μετά τον Β΄Π.Π. η Μολδαβία πάλεψε με την πείνα και την καταστολή του Στάλιν.

Αξιοσημείωτος είναι επίσης ο τρόπος και η ευαισθησία με την οποία έστηνε τις πόζες φίλων ή ζευγαριών και πως περνούσε συμβολικά τα συναισθήματα της αγάπης και της φιλίας, πως έπλεκε φωτογραφικά τις σχέσεις με περίτεχνες συνενώσεις των χεριών είτε μεταξύ τους, είτε μέσω αντικειμένων κλπ. Σε πολλές περιπτώσεις, σε μια άκρως συμβολική κίνηση, δεν δίσταζε να στήνει τους φωτογραφιζόμενους έτσι ώστε να περιβάλλονται από ανθισμένα κλαριά ή να υπάρχουν άνθη μπροστά στα πόδια τους. Ο Cuşnir χρησιμοποιούσε πάρα πολύ στα πορτρέτα που τραβούσε το ποδήλατο του, το οποίο «δάνειζε» στα άτομα που φωτογράφιζε. Όλοι, ανεξαρτήτως ηλικίας ή φύλλου, ποζάρουν περήφανα μπροστά ή πάνω στο ποδήλατο καθώς η απόκτησή του υπερέβαινε τις δικές τους οικονομικές δυνατότητες.

Κάτι άλλο που βλέπουμε συχνά στις φωτογραφίες του είναι μια κουβέρτα – συνήθως μαύρη – που την έβαζε ως φόντο πίσω από τον εικονιζόμενο, για να τον απομονώνει από το περιβάλλον. Μπορούμε να υποθέσουμε ότι μετά τη λήψη επανακαδράριζε σφιχτά στο πρόσωπο, μια συνηθισμένη πρακτική για τους πλανόδιους φωτογράφους της εποχής. Τώρα όμως που βλέπουμε τυπωμένη την αρχική λήψη ακροπάριστη έχουμε μερικές πολύ όμορφες συνθέσεις, εντελώς σουρεαλιστικές, καθώς εκτός από τη κουβέρτα-φόντο υπάρχουν στη φωτογραφία και άλλα στοιχεία του περιβάλλοντος. Σε ορισμένες μάλιστα μπαίνουν στο κάδρο και περαστικοί που κοιτούν με περιέργεια ή συγγενείς που κρατούν τη κουβέρτα ή ενήλικες που προσπαθούν να στρέψουν τη προσοχή των μωρού προς το φακό του φωτογράφου.

Ο Cuşnir φωτογράφησε μέχρι τις αρχές της δεκαετίας του ΄70 και κατάφερε να απαθανατίσει με μαεστρία σύντομες στιγμές από την καθημερινή ζωή των απλών χωρικών, αλλά και κοινωνικές εκδηλώσεις όπως γάμους, κηδείες και γιορτές. Αυτές οι φωτογραφίες μας ταξιδεύουν πίσω στο χρόνο, σε κάποια απομακρυσμένα χωριά της Ανατολικής Ευρώπης, που χωρίς τον Zaharia δεν θα είχε καταγραφεί τόσο σχολαστικά η ζωντάνια και η ψυχή της κοινότητας.

Μετά την ανακάλυψή του και αφού έλαβε τη συγκατάθεση της κόρης του Cuşnir, ο Victor Galușca επέστρεψε στο Κισινάου και άρχισε να εργάζεται – με τη βοήθεια του καθηγητή του Nicolae Pojoga – για τον καθαρισμό, τη σάρωση και την αρχειοθέτηση των 3.751 αρνητικών μεσαίου μεγέθους 6×6 εκ που βρήκε. Πρόσφατα, οι δύο τους δημιούργησαν μια ιστοσελίδα με περίπου 800 από αυτές τις φωτογραφίες ελευθέρα προσβάσιμες, διευκολύνοντας την περαιτέρω έρευνα για την οπτική ιστορία και τον πολιτισμό της χώρας τους. «Στη Μολδαβία, δεν έχουμε άλλον φωτογράφο που να έχει καταφέρει να καταγράψει μια διατομή της κοινωνίας της εποχής με τον τρόπο που το έκανε ο Zaharia. Κάθε φωτογραφία είναι εξαιρετικά πολύτιμη επειδή περιέχει νέες πληροφορίες για το πώς ζούσαν οι άνθρωποι εδώ, συμπεριλαμβανομένων των φτωχών ανθρώπων, οι οποίοι δεν θεωρούνταν αρκετά σημαντικοί για να φωτογραφηθούν λόγω της κοινωνικής τους θέσης. Αυτός ήταν ένας από τους λόγους για τους οποίους αποφάσισα να ανεβάσω το αρχείο στο διαδίκτυο. Είναι η ιστορία μας και ανήκει σε όλους μας. Το πιο ενδιαφέρον πράγμα που έμαθα από το έργο του Cuşnir είναι η διαφορά μεταξύ της ζωής στη Μολδαβία στο παρελθόν και στο τώρα. Ήρθα στο χωριό του για να τεκμηριώσω την  δημογραφική ερήμωση. Σήμερα, με ενδιαφέρει επίσης να καταλάβω το γιατί οι άνθρωποι εγκατέλειψαν τα σπίτια και τα χωριά τους».

Ο Victor Galușca μάλιστα, είχε εργαστεί πάνω στην ιδέα για την ίδρυση ενός μουσείου στο χωριό του Zaharia Cuşnir, αλλά τα ανέστειλε λόγω της εισβολής της Ρωσίας στη γειτονική Ουκρανία, τα σύνορα της οποίας βρίσκονται λιγότερο από 40 χιλιόμετρα μακριά. Η αβεβαιότητα για την εξέλιξη του πολέμου και η προσγείωση τουλάχιστον δύο αδέσποτων πυραύλων στο έδαφος της Μολδαβίας έχουν αναβιώσει παλιά τραύματα που άφησαν πίσω τους τα συνεχώς μεταβαλλόμενα σύνορα.

Αυτή η απίστευτη ιστορία, όπως και αυτές για την ανακάλυψη των αρχείων του Eugene Atget, της Vivian Meier, του Seidou Keita ή του δικού μας Πάνου Ηλιόπουλου μας υπενθυμίζουν ότι πολύ συχνά το έργο ορισμένων ξεχασμένων φωτογράφων μπορεί να έχει καταπληκτική καλλιτεχνική ποιότητα, όσο και ιστορική αξία και ότι υπάρχει πάρα πολύ ταλέντο και φωτογραφική ιστορία που δεν έχει ακόμη αποκαλυφθεί.

Αξίζει όμως να σημειώσουμε ότι η Berenice Abbott, που ανακάλυψε τον Atget και πολύ περισσότερο οι Galușca και Pojoga δεν εκμεταλλεύτηκαν το έργο των φωτογράφων που ανακάλυψαν, αλλά το ανέδειξαν ξοδεύοντας χρήματα, χρόνο και κόπο. Αντιθέτως τόσο ο John Maloof, που ανακάλυψε το αρχείο της Mayer, όσο και ο André Magnin που ανακάλυψε τον Keita, εκμεταλλεύονται το υλικό για να κερδίζουν χρήματα.

Από τότε που δημοσιεύτηκε η ιστορία, ο Galușca παρακολουθεί στενά τα σχόλια που αφήνονται σε μια σελίδα στο Facebook την οποία επιμελείται και είναι αφιερωμένη στο έργο του Zaharia Cuşnir. Αρκετά άτομα που εικονίζονται στις φωτογραφίες έχουν ταυτοποιηθεί – κυρίως από χρήστες των μέσων κοινωνικής δικτύωσης που αναγνωρίζουν τους ηλικιωμένους συγγενείς τους στις φωτογραφίες. Ως εκ τούτου, ο Galușca μπόρεσε να συναντηθεί με έξι ηλικιωμένους πλέον Μολδαβούς από τις φωτογραφίες του Cuşnir και παρακάτω μεταφέρει τις ιστορίες τους:

Tamara Cuşnir

Είναι μακρινή συγγενής του Zaharia Cuşnir και ζούσε στο ίδιο χωριό. Αν και θυμάται τον φωτογράφο ως «ένα έξυπνο και πολύ ενδιαφέρον άτομο», περνούσε  τον χρόνο της κυρίως με τις κόρες του, οπότε γνώριζε τον Zaharia μόνο ως τον πατέρα των φίλων της και όχι προσωπικά.

Η Tamara ερωτεύτηκε έναν λογιστή από ένα συλλογικό αγρόκτημα, ο οποίος πηγαινοερχόταν στο χωριό για να υπηρετήσει τη στρατιωτική του θητεία στο σοβιετικό στρατό. Τελικά εκείνος επέλεξε μια άλλη γυναίκα και η Tamara έχασε την επαφή μαζί του. Είναι ένα ειδύλλιο που δεν ξεχνιέται. Είχε μια φωτογραφία του στην ιδιωτική της συλλογή, την οποία μου έδωσε να δω. Αφού τη συνάντησα, βρήκα τον λογιστή να ζει σε ένα άλλο χωριό. Το όνομά του είναι Vasile Tokarchuk.

Vasile Tokarchuk

Ήταν σίγουρος ότι θα παντρευόταν την Tamara. Θυμόταν πόσο όμορφη ήταν. Περνούσαν τα βράδια τους δίπλα στο ποτάμι συζητώντας μέχρι αργά. Ακόμα και ο πατέρας της Tamara ήθελε αυτόν το γάμο. Αλλά μια μέρα τσακώθηκαν και έκτοτε αποφάσισε ότι δεν ήταν για αυτόν.

Αλλά ποτέ δεν ξέχασε την Tamara. Είδα μερικές φωτογραφίες που είχε κρατήσει ο Tokarchuk από τα νεανικά του χρόνια. Μια φωτογραφία την αναγνώρισα και παρατήρησα ότι την είχε κόψει από το κάδρο.

Τώρα η γυναίκα του έχει πεθάνει, όπως και ο σύζυγος της Tamara, οπότε είναι ελεύθεροι. Θέλω να τους προτείνω να επανενωθούν, ίσως στο χωριό όπου ξεκίνησε ο έρωτάς τους.

Axenia Bulhac

Ήξερε για τη φωτογραφία επειδή οι συγγενείς της την είχαν δει στο διαδίκτυο, αλλά όταν της έδωσα μια κορνιζαρισμένη εκτύπωση, σαν χριστουγεννιάτικο δώρο, χάρηκε πολύ. Έψαχνε ένα μέρος στο σπίτι για να την κρεμάσει.

Παλιά εργαζόταν σε νηπιαγωγείο και φρόντιζε μικρά παιδιά. Δυστυχώς, δεν μπορέσαμε να επικοινωνήσουμε πολύ επειδή η ακοή της έχει μειωθεί. Ανταλλάξαμε απλώς χαμόγελα και ήπιαμε ένα φλιτζάνι τσάι.

Sergiu Cebotari

Όταν του έδειξα τις φωτογραφίες, άρχισε να κλαίει. Δούλευε όλη του τη ζωή ως ταχυδρόμος. Τώρα είναι πολύ αδύναμος και δεν μπορεί να στέκεται όρθιος, παρά μόνο να ξαπλώνει στο κρεβάτι.

Γνώρισε για πρώτη φορά τον φωτογράφο όταν ο Cuşnir του δάνεισε το ποδήλατό του – ένα σπάνιο και πολύτιμο αντικείμενο στη Σοβιετική Μολδαβία. Ο νεαρός Sergiu το επέστρεψε σε άριστη κατάσταση με ένα μπουκάλι κρασί ως δώρο. Αυτή η πρώτη επαφή δημιούργησε μια αμοιβαία εμπιστοσύνη που εξελίχθηκε σε στενή φιλία, και αργότερα ο Sergiu έγινε μέλος της οικογένειας του Cuşnir.

Ο Cebotari πήγαινε στην ίδια τάξη με μία από τις τρεις κόρες του Cuşnir και την ερωτεύτηκε κατά τη διάρκεια των σχολικών τους χρόνων. Οι δυο τους παντρεύτηκαν με την ευλογία του Cuşnir και έζησαν ευτυχισμένοι. Αλλά η Ioanna πέθανε το 2019 και, έκτοτε, η υγεία του Cebotari έχει επιδεινωθεί.

Μου είπε από το κρεβάτι του: «Αυτή δεν είναι ζωή». Απλώς περιμένει να πεθάνει.

Vera Borsh

Ο Cuşnir τη φωτογράφισε μόνο δύο φορές, οπότε δεν τον θυμόταν καλά, αλλά θυμόταν ακριβώς γιατί τραβήχτηκε η πρώτη φωτογραφία.

Είχε φτιάξει το φόρεμα μόνη της. Μόλις τελείωσε το ράψιμο, πήγε να βρει τον Cuşnir για να τη φωτογραφίσει με τα καινούρια της ρούχα γιατί ήθελε να την στείλει στον αγαπημένο της ως δώρο. Ήταν ο μοναδικός φωτογράφος σε ακτίνα πολλών χιλιομέτρων τριγύρω, οπότε έπρεπε να τον αναζητήσει.

Δεν είπε τίποτα για τη δύσκολη ζωή που είχε. Κατάλαβα ότι απλώς ζούσε την απλή ζωή των κατοίκων της υπαίθρου της Μολδαβίας.

Aurel Sarmaniuc

Είναι ένας από τους περίπου 300 κατοίκους που εξακολουθούν να ζουν στο χωριό Roşietici, αλλά αυτός και ο γιος του σκέφτονται να μετακομίσουν στη Γερμανία ή κάπου αλλού για να εργαστούν. Ο γιος του έχει 200 πρόβατα, αλλά γίνεται πολύ δύσκολο να τα διαχειριστεί. Ισχυρίζεται ότι οι βοσκοί που να την κάνει ο Sarmaniuc μόνος του.

Ο Sarmaniuc και η σύζυγός του έμειναν έκπληκτοι όταν είδαν τη φωτογραφία. Μπορείτε να δείτε στο πορτρέτο ότι η μύτη του παπουτσιού του είναι σκισμένη. Η σύζυγός του τον πείραζε, λέγοντας: «Τι συμβαίνει με τα παπούτσια σου; Αν ήξερα ότι κυκλοφορούσες με σκασμένα παπούτσια, δεν θα σε είχα παντρευτεί ποτέ!»

Χρήστος Κοψαχείλης, Μάρτιος 2026

Πηγές:

  • Maya Hristova: The Archive of Zaharia Cuşnir // Απρίλιος 2020
  • New York Times: How a Change Disovery of Old Negatives Revealed a Master Photographer // Δεκέμβριος 2022
  • Madeline Lerner:  Zaharia Cuşnir, The Joy of Living // Musee Magazine // Δεκέμβριος 2023