«Η φωτογραφία αυτοπροσδιορίζεται. Η ίδια η φωτογραφία ορίζει την τέχνη της. Εγώ αναζητώ εκείνο που υπάρχει μέσα μου και αυτή η αναζήτηση μπορεί να κρατήσει χρόνια. Πολλές φορές μπορεί να σταθώ απέναντι σε ένα αντικείμενο αλλά να μην αποφασίζω να το φωτογραφίσω, περιμένοντας εκείνη την ιδανική, για τα δικά μου μάτια, στιγμή. Δεν μπορώ να πω τι είναι φωτογραφία, μπορώ να πω όμως πως με γοητεύουν οι ομίχλες, όπως και οι αντικατοπτρισμοί, τα καθρεφτίσματα και οι αντανακλάσεις. Με συναρπάζουν τα παιχνίδια με το φως. Σίγουρα η φωτογραφία είναι φως, αλλά και πολλά άλλα».
Ο Τάκης (Δημήτρης) Τλούπας γεννήθηκε το 1920 στη Λάρισα, όπου και πέρασε το μεγαλύτερο μέρος της ζωής του. Η καταγωγή του ήταν από τη Σελίτσανη του Κίσσαβου. Ο
παππούς του ήταν χαλκουργός και ο πατέρας του ξυλογλύπτης. Με τα δικά του εργαλεία άρχισε να συνομιλεί με το ξύλο. Από εκείνον μαθαίνει την τέχνη, καλλιεργώντας από νεαρή ηλικία την αισθητική του και την αγάπη του για την παράδοση. Στην αρχή ασχολήθηκε με το σκάλισμα των επίπλων, αφού η ξυλογλυπτική τού εξασφάλιζε ένα άνετο μεροκάματο. Ήταν δεινός κατασκευαστής και μάστορας. Δούλευε το ξύλο και την πέτρα για να αποτυπώσει πάνω τους εικόνες μυστήριες, έφτιαχνε εργαλεία όμοια με εκείνα των προϊστορικών γεωργών, δημιουργούσε μικρά έπιπλα και προθήκες για να χαρίζει στην οικογένειά του και να συγκεντρώνει στα ράφια τους τις αρχαιότητες που μάζευε από τις περιπλανήσεις του.
Η καθοριστική στροφή προς τη φωτογραφία ήρθε στα μέσα της δεκαετίας του 1930 σε μια εκδρομή του Ορειβατικού Συλλόγου στον Παλαιό Παντελεήμονα. Ο πρόεδρος του συλλόγου, ερασιτέχνης φωτογράφος, δείχνει στο νεαρό Τλούπα τη μηχανή του και αυτός μαγεμένος τον πολιορκεί με ερωτήσεις για τη λειτουργία της. Επιστρέφοντας στη Λάρισα, η απόφαση είχε παρθεί. Ο έρωτας ήταν κεραυνοβόλος. Πέφτει στα χέρια του ένα περιοδικό της εποχής, «Ο Θεατής», η θεματολογία του οποίου περιελάβανε οδηγίες για τις τεχνικές λήψης της φωτογραφίας και άλλες χρήσιμες πληροφορίες για τους ερασιτέχνες. Αποφασίζει να ανακαλύψει μόνος του τον μαγικό κόσμο της φωτογραφίας αγοράζοντας, με 600 δραχμές, την πρώτη του μηχανή, μια Box
Tengor. Έμοιαζε με ένα απλό τετράγωνο κουτί, δεν είχε ταχύτητες και διαφράγματα και διέθετε δύο κλίμακες φωτογράφισης, από 1 έως και 3 μέτρα και από 3 μέτρα έως το άπειρο. Φωτογραφίζει πρώτα την αδερφή του, την Αυγή, και με βοηθό τον αδερφό του, Φιλόλαο (τον μετέπειτα περίφημο γλύπτη που έκανε καριέρα στο Παρίσι), συμβουλευμένος τον «Θεατή», εμφανίζει το φιλμ. Τα αποτελέσματα ήταν αποκαρδιωτικά στην αρχή. Δεν απογοητεύεται όμως, συνεχίζει την προσπάθεια. Έρχεται σε επαφή με επαγγελματίες φωτογράφους, μαθαίνει να υπολογίζει τους χρόνους εμφάνισης των φιλμ και να προσέχει ιδιαιτέρως τον φωτισμό. Τα θετικά αποτελέσματα δεν αργούν να έρθουν, το πάθος του για τη φωτογραφία μεγαλώνει και αρχίζουν πλέον να εμφανίζονται τα θέματα που του ταιριάζουν.
«Στην Κατοχή έβγαλα μερικές φωτογραφίες κάποιους σκοτωμένους εδώ έξω στο δρόμο, αλλά τις κατέστρεψα γιατί φοβήθηκα. Ο πατέρας μου ήταν σοσιαλιστής και… Μετά την απελευθέρωση γνωρίστηκα με τον Κώστα Μπαλάφα που ήταν διερμηνέας στη Λάρισα. Με αυτόν κάναμε πολλές συζητήσεις για τη φωτογραφία. Μου έδειχνε τη δουλειά του, του έδειχνα και εγώ τη δικιά μου…»
Μετά το 1945 αποφασίζει να ασχοληθεί επαγγελματικά με τη φωτογραφία και ανοίγει στη Λάρισα το φωτογραφείο του. Η κόρη του, Βάνια Τλούπα φωτογράφος και η ίδια, αναφέρει σχετικά: «Το ξυλουργείο, που στην ουσία ήταν στο πίσω μέρος του σπιτιού, γίνεται πια φωτογραφείο. Στην αρχή, μάλιστα, σε μια γωνιά του ξυλουργείου είχε κάνει σαν μια βιτρινούλα και έβαζε κάποιες φωτογραφίες. Συνυπήρχαν τα εργαλεία του ξυλουργείου με τις μηχανές. Κάπως έτσι ξεκίνησε το 1945, από την αυλή του σπιτιού μας. Τον πρώτο καιρό λειτουργίας του φωτογραφείου, φωτογράφιζε τους ανθρώπους της Λάρισας και τα συνηθισμένα θέματα της εποχής για βιοπορισμό. Δεν ήταν ανεπτυγμένη η τέχνη της φωτογραφίας – ποιος είχε μηχανές; Έπρεπε για όλα να πας στον φωτογράφο. Από τον φακό του πέρασε όλη η μεταπολεμική Λάρισα: οικογένειες, αρραβώνες, γονείς που έφερναν τα παιδάκια τους ή το σόι ολόκληρο – φωτογραφίες που τότε έλεγαν εβδομαδιαίες. Όλοι στέκονταν σε εκείνη την περίφημη αυλή για ένα πορτρέτο».
Ο Τλούπας υπήρξε ιδρυτικό μέλος της Ελληνικής Φωτογραφικής Εταιρείας το 1952, συμμετέχοντας ενεργά στις εκδηλώσεις της. Την ίδια χρονιά αγοράζει τη περίφημη Vespa του, τον «συνοδοιπόρο» του στην πιο μεγάλη περιπέτεια της ζωής του. Το πρώτο μεγάλο ταξίδι που σκέφτηκε να κάνει, αφού απέκτησε δικό του μεταφορικό μέσο, ήταν αρκετά
παράτολμο. Είχε την ιδέα να επισκεφτεί τον αδελφό του Φιλόλαο, ο οποίος τελειώνοντας τη Σχολή Καλών Τεχνών της Αθήνας, το 1950, είχε φύγει με υποτροφία για σπουδές στη Γαλλία. Γύρισε ενθουσιασμένος, έχοντας γεμίσει εικόνες από τις τόσες Ευρωπαϊκές χώρες που χρειάστηκε να διασχίσει. Αυτό το μεγάλο ταξίδι στο Παρίσι γίνεται η αφορμή για να αναθεωρήσει τις απόψεις του για το καθημερινό του μεροκάματο. Αποφασίζει να ελαττώσει όλες αυτές τις δουλειές που έκανε για βιοπορισμό και να ασχοληθεί περισσότερο με αυτό που πάντα ήθελε: να περιπλανιέται στην ύπαιθρο. Η Vespa ήταν η μεγάλη του αγάπη γιατί του έδινε τη δυνατότητα να μπορεί να φτάνει σε όλα τα μέρη που ήθελε. Άλλωστε μη ξεχνάμε ότι μιλάμε για τη μεταπολεμική εποχή, που το πιο
διαδεδομένο μέσο μεταφοράς ήταν το ποδήλατο. Ξεκίνησε από τη Θεσσαλία και συνέχισε σε ολόκληρη την Ελλάδα: από τον Πηνειό και τη λίμνη Κάρλα μέχρι τη Σκόπελο και την Κρήτη. Συγχρόνως, η φήμη του ως φωτογράφου τον καθιστά μέλος των αποστολών που πραγματοποιούσαν φωτογραφίσεις για λογαριασμό του Ερυθρού Σταυρού, της Μηχανικής Καλλιέργειας και του Δασαρχείου. Πήγαινε παντού όπου τον ζητούσαν: νομαρχίες, δασικές υπηρεσίες, ανοίγματα δρόμων, κατασκευές γεφυρών, μεγάλα έργα οδοποιίας. Έκανε φωτογραφίσεις για δημόσιες υπηρεσίες και παράλληλα φωτογράφιζε για το προσωπικό του αρχείο. Το 1960, αντικαθιστά τη βέσπα με το θρυλικό γκρι Citroën 2CV και συνεχίζει να περιπλανιέται σε ολόκληρη την Ελλάδα κι όχι μόνο. Πίσω στο φωτογραφείο, αλλά και στο σπίτι, έμενε η Τούλα, η σύντροφος της ζωής του και μητέρα των δύο κοριτσιών της οικογένειας, της Βάνιας και της Χριστίνας.
Αν και ουσιαστικά αυτοδίδακτος στη φωτογραφία, ο Τλούπας διέθετε πηγαίο ταλέντο, ευαισθησία και βαθιά παρατηρητικότητα. Πνεύμα ελεύθερο, ανήσυχο, ζωηρό, που διαμόρφωσε τον χαρακτήρα και τη ματιά του από τις αυταπάτες και τις αμφισβητήσεις της κοινωνικής εξέλιξης, τις διαψεύσεις του πολέμου, της Κατοχής και του Εμφυλίου, τον ανθρώπινο μόχθο, τις καθοριστικές μετατοπίσεις και αλλαγές. Για 50 και πλέον συνεχή
χρόνια αποτύπωσε φωτογραφικά χαρακτηριστικές απόψεις της μεταπολεμικής και νεότερης Ελλάδας. Αγαπημένα του θέματα ήταν οι άνθρωποι της υπαίθρου και το τοπίο. Κατέγραψε με τον φακό του τη ζωή στον θεσσαλικό κάμπο, τους μόχθους και τις χαρές των αγροτών, τις μετακινήσεις και τους καταυλισμούς των νομαδικών κτηνοτροφικών φύλων (όπως των Βλάχων και Σαρακατσαναίων), καθώς και παραδοσιακά επαγγέλματα, τα ήθη και έθιμα μιας Ελλάδας που άλλαζε ραγδαία κατά τον 20ό αιώνα. Μέσα από τις ασπρόμαυρες εικόνες του διέσωσε πολύτιμα στοιχεία του λαϊκού βίου, από αγροτικές εργασίες και πανηγύρια μέχρι στιγμές καθημερινότητας σε χωριά και μικρές πόλεις. Τα σκαμμένα πρόσωπα, οι χειρώνακτες σε παραδοσιακές εργασίες, τα επαγγέλματα που έχουν χαθεί μέσα στον ιλιγγιώδη ρυθμό εκβιομηχάνισης του σύγχρονου κόσμου είναι μερικά από τα θέματα που απασχόλησαν τον Τλούπα.
Η επιλογή των θεματικών του αντικατοπτρίζει μια βαθιά ανάγκη και μια ενσυνείδητη επιλογή να καταγράψει τις παραδόσεις της πατρίδας του και το ιστορικό πλαίσιο στο οποίο μεγαλώνει, κρατώντας πάντοτε στην φωτογραφία του ως κυρίαρχο και κεντρικό στοιχείο τον άνθρωπο. Εμπνέεται από το άμεσο περιβάλλον του. Η αφοσίωσή του στην ιδέα της τεκμηρίωσης και η αίσθηση του χρέους να απαθανατίσει την Ελλάδα που χανόταν είναι αντίστοιχη με τη σχολαστικότητα – και την επιστημονικότητα – με την οποία ένας ιστορικός ανακαλύπτει, συλλέγει και καταγράφει την προφορική παράδοση.
«Είναι αλήθεια ότι πολλές φορές έβλεπα πράγματα που δεν έβλεπαν οι άλλοι και που ένιωθα πως θα χαθούν. Πολλές από τις αγροτικές εργασίες, που δεν είχαν διαφοροποιηθεί εδώ και χιλιάδες χρόνια, ραγδαία άρχισαν να μεταβάλλονται. Η εφαρμογή της τεχνολογίας ήταν πλέον πραγματικότητα. Έτσι γεννήθηκε μέσα μου η αγωνία της απαθανάτισης. Η συνεχιζόμενη φθορά που παρατηρούσα γύρω μου αποτέλεσε επίσης την αιτία για να φωτογραφίσω τα έργα των ανθρώπων. Ένιωθα ότι θα γίνουν καταστροφές, ότι θα χαθεί ένα κομμάτι της πολιτιστικής μας κληρονομιάς. Έβλεπα σε κάποιες εκκλησίες και μοναστήρια, λεπτομέρειες αρχιτεκτονικές, τις οποίες δεν τις έβλεπαν οι ειδικοί κι έλεγα πως θα μπορούσαν να διασωθούν έστω ως εικόνες στη μνήμη των ανθρώπων. Ίσως τελικά να μην ήθελα να διασώσω μόνο την εικόνα του κτίσματος, αλλά εκείνη την αγωνία του μάστορα για το δημιούργημα του και για την πορεία του στο πέρασμα του χρόνου».
Το έργο του Τάκη Τλούπα όμως δεν περιορίζεται μόνο σε μια τεκμηριωτική καταγραφή της εποχής του, της δικής του Θεσσαλίας, των βιωμάτων και των αναμνήσεών του. Ο αυτοδίδακτος και λυρικός της εικόνας, δεν είναι ένας απολιτικός φωτογράφος. Στο έργο του διαφαίνεται μια βαθύτερη ανάγκη να δει τον κόσμο του μόχθου μέσα από τον
ρομαντισμό και τη λυρικότητα του φωτός. Οι μεταπολεμικές δεκαετίες στην Ελλάδα ήταν εποχές φτώχειας και ατελείωτου κάματου, εποχές αγωνίας και πολιτικών αλλαγών, για πολλούς σκοτεινές, για τους περισσότερους δύσκολες. Μέσα από το έργο του Τλούπα αποκαλύπτεται ένας ρομαντικός ιδεαλιστής που δεν έχει στόχο να εξωραΐσει την αγωνία και τον μόχθο της αγροτιάς για να την κάνει προσιτή ή αρεστή στα αστικά σαλόνια ή σε άλλες κοινωνικές τάξεις (όπως συνέβαινε συχνά στο δυτικοευρωπαϊκό και το αμερικανικό σινεμά της εποχής του). Αναζητούσε ο ίδιος διέξοδο από την Ελλάδα της εκβιομηχάνισης και της αντιπαροχής, μια Ελλάδα τυραννική και βασανισμένη, σε καθαρές εικόνες, μια Ελλάδα πρωτόγονης ομορφιάς. Σε αισθητικό επίπεδο, το έργο του Τάκη Τλούπα σηματοδοτεί τη δική του αγωνιώδη διέξοδο σε έναν ουτοπικό ιδεαλιστικό κόσμο και αποτυπώνει ένα δικό του ονειρικό φωτεινό σύμπαν.
Ο Τλούπας διέθετε ξεχωριστή ικανότητα στην αποτύπωση του φυσικού τοπίου με ποιητική ματιά. Ήταν ο φωτογράφος που αφουγκραζόταν τη φωνή της φύσης, που ερχόταν αντιμέτωπος με τις ανάσες της και τις λεπτομέρειες απάτητων τόπων, που δεν μάσαγε από τις απρόσμενες καιρικές αλλαγές, που αναζητούσε την αλήθεια της φύσης και του ανθρώπου, που διάβαζε τα μυστικά όσων πρόβαλλαν μπροστά από τον φακό του, που στεκόταν σιωπηλός για να βρει μια χαραμάδα, μια σκιά, τον ορίζοντα που θα του έδινε το καλύτερο φως. Οι φωτογραφίες του από τον θεσσαλικό κάμπο, τα ποτάμια, τα ψηλόλιγνα δέντρα, τα βουνά της Πίνδου και ιδιαίτερα τον αγαπημένο του Όλυμπο, αναδεικνύουν τη μνημειακή ομορφιά της ελληνικής φύσης αλλά και την αδιάρρηκτη σχέση της με τον άνθρωπο. Ακόμα και στις πιο ερημικές όψεις του τοπίου, ο φωτογράφος φρόντιζε να υπονοείται η ανθρώπινη παρουσία – συχνά μια μορφή ή ένα έργο των ανθρώπων στον χώρο – προσδίδοντας στις εικόνες του έναν έντονα ανθρωποκεντρικό και αφηγηματικό χαρακτήρα.
Ένα ιδιαίτερο κεφάλαιο του έργου του αποτελεί η καταγραφή της μοναστικής παράδοσης και της πολιτιστικής κληρονομιάς. Ο Τλούπας επισκέφθηκε και φωτογράφισε με σεβασμό τα μοναστήρια των Μετεώρων και ιδίως το Άγιον Όρος (το 1969), αποτυπώνοντας πτυχές της μοναστηριακής ζωής που ελάχιστοι κοσμικοί είχαν την ευκαιρία να δουν. Ανέδειξε το τελετουργικό και την πνευματικότητα του αγιορείτικου βίου, ενώ απέκτησε τέτοια οικειότητα με τους μοναχούς ώστε του επέτρεψαν να καταγράψει ακόμα και στιγμές απρόσιτες στους κοινούς επισκέπτες, όπως μια μοναχική κηδεία.
Ένα άλλο στοιχείο της ζωής του Τ. Τλούπα, που λίγοι γνωρίζουν, είναι η αγάπη του για την προϊστορική αρχαιολογία. Περπατούσε με τις ώρες πάνω στις θεσσαλικές μαγούλες –έτσι λέγονται στη Θεσσαλία οι μικροί λόφοι που σχηματίζονται από τα κατάλοιπα της ζωής των προϊστορικών ανθρώπων– και μάζευε ειδώλια καταγράφοντας, σαν κανονικός αρχαιολόγος, την ακριβή τοποθεσία εντοπισμού. Συνέλεγε επίσης παραδοσιακά αντικείμενα και λαϊκά αρχιτεκτονικά στοιχεία, όπως πέτρινα ανάγλυφα. Στο τέλος, όλη αυτήν τη συλλογή τη δώρισε, το 1992, στο Αρχαιολογικό Μουσείο Λάρισας. Δύο χρόνια μετά, το 1994, το υπουργείο Πολιτισμού τον τίμησε μαζί με πενήντα προσωπικότητες των γραμμάτων και των τεχνών για την προσφορά του στην πολιτιστική ζωή του τόπου.
Αν υπάρχει μια φωτογραφία του ίδιου του Τλούπα που χαρακτηρίζει απόλυτα τον άνθρωπο και τον καλλιτέχνη, είναι αυτή που τον δείχνει να ποζάρει χαμογελαστός δίπλα στη Vespa του, φορτωμένη σε έναν ευρωπαϊκό δρόμο. Αυτή η φωτογραφία -τραβηγμένη από κάποιον συνταξιδιώτη του- συμπυκνώνει τα πάντα για εκείνον, την ελευθερία, τη δίψα για ζωή και τη μαγεία του άγνωστου που τον καθοδηγούσε. Δείχνει τον άνθρωπο που δεν
φοβόταν να αφήσει την ασφάλεια του τόπου του για να γνωρίσει τον κόσμο, έχοντας ως μοναδικά εφόδια τη Vespa του, το βλέμμα του, τη φωτογραφική μηχανή του και ένα χαμόγελο. Στη μακρά αφοσίωση του Τλούπα στην τέχνη της φωτογραφίας υπάρχει και μια λιγότερο γνωστή, αλλά εξαιρετικά γοητευτική πτυχή του έργου του: τα ταξίδια του στην Ευρώπη τις δεκαετίες του 1950 και του 1960. Η αρχή έγινε το 1953, όταν επισκέφτηκε για πρώτη φορά τον αδελφό του στο Παρίσι, αλλά ακολούθησαν κι άλλα. Σε αυτά τα ευρωπαϊκά οδοιπορικά, στα οποία στην αρχή ταξίδευε με τη Vespa και μετά με το 2CV, διέσχιζε την Ιταλία, τη Γερμανία, την Αυστρία σκαρφάλωνε στις Άλπεις και κατέληγε στη Γαλλία. Οι φωτογραφίες του Τλούπα από αυτά τα ταξίδια δεν λειτουργούν απλώς ως ταξιδιωτικά τεκμήρια, αλλά κυρίως, ως αποτυπώσεις ενός βλέμματος που αναζητούσε σε κάθε τόπο την κοινή ανθρώπινη εμπειρία. Έτσι, έχουμε από εκείνον
φωτογραφίες από μια Ευρώπη που υπάρχει πλέον μόνο ως ανάμνηση. Άλλοι τόποι, διαφορετικοί άνθρωποι και νέες πραγματικότητες περνούν μέσα από τον φακό του, χωρίς να χάνεται η χαρακτηριστική ανθρωποκεντρική ματιά του. Μια διαφορετική Ευρώπη, ιδωμένη μέσα από τα μάτια ενός φωτογράφου που ήξερε να μετατρέπει την καθημερινότητα σε ιστορία. Το σκηνικό άλλαζε ριζικά, αλλά η βαθιά ανθρωποκεντρική του ματιά, παρέμενε απολύτως αναγνωρίσιμη. Στην Ευρώπη πειραματίστηκε περισσότερο με τις γραμμές των κτιρίων, τις σκιές, τις αντανακλάσεις και την κίνηση της πόλης. Όμως, ο τρόπος που πλησίαζε την ανθρώπινη φιγούρα, μέσα σε αυτό το νέο αστικό περιβάλλον, είχε την ίδια ακριβώς τρυφερότητα, τον ίδιο σεβασμό και την ίδια καθαρότητα. Δεν άλλαξε το βλέμμα του, απλώς το διαφορετικό φως και οι ρυθμοί της Ευρώπης αποκάλυψαν νέες πτυχές του, μια οπτική χωρίς σύνορα, γεμάτη πρωτόγνωρη γεωμετρία και δυναμισμό.
Ο Τάκης Τλούπας έμεινε ενεργός ως φωτογράφος σχεδόν μέχρι τον θάνατό του – έφυγε από τη ζωή στη Λάρισα στις 8 Μαΐου 2003, σε ηλικία 83 ετών. Είχε προλάβει να διοργανώσει πολλές ατομικές εκθέσεις φωτογραφίας και συμμετείχε σε πολυάριθμες ομαδικές, τόσο στην Ελλάδα όσο και στο εξωτερικό. Ήδη από τη δεκαετία του 1980, το έργο του άρχισε να συγκεντρώνεται και να εκδίδεται σε αυτοτελείς φωτογραφικές
συλλογές. Το πρώτο του λεύκωμα, «Από τη γη των ανθρώπων» (1981), παρουσιάζει αντιπροσωπευτικές σκηνές της αγροτικής ζωής και φύσης, θέτοντας τα θεμέλια για την ευρύτερη αναγνώριση του ύφους του. Ακολούθησαν εκδόσεις όπως το «Λάρισα – εικόνες του χθες» (1986), όπου ο Τλούπας κατέγραψε με νοσταλγία την παλιά φυσιογνωμία της γενέτειράς του, καθώς και θεματικές δουλειές όπως το «Στο Βαρούσι» (1988), αφιερωμένο σε μια ιστορική συνοικία των Τρικάλων. Στα τελευταία χρόνια της δημιουργικής του πορείας, ο φωτογράφος εξέδωσε το λεύκωμα «Λιθανάγλυφα» (2001) και το «1969 – Φωτογραφικό οδοιπορικό στο Άγιον Όρος» (2001), εμπλουτίζοντας το έργο του με ειδικές ενότητες. Η κορύφωση της αναγνώρισης ήρθε λίγο μετά τον θάνατό του, με μια μεγάλη αναδρομική έκθεση στο Μουσείο Μπενάκη το 2005, όπου παρουσιάστηκαν εκατοντάδες φωτογραφίες από όλες τις περιόδους της καριέρας του. Την έκθεση συνόδευσε ένας πολυτελής κατάλογος με τίτλο «Η Ελλάδα του Τάκη Τλούπα» (επιμ. Αντ. Καρκαγιάννης – Γ. Χ. Χουρμουζιάδης, 2006), ο οποίος συγκεντρώνει σε 407 σελίδες 578 ασπρόμαυρες φωτογραφίες του καλλιτέχνη και αποτελεί έως σήμερα σημείο αναφοράς
για τη μελέτη του έργου του. Μεταθανάτια, το έργο του συνεχίζει να αναγνωρίζεται και να εκτίθεται: το 2013 η Δημοτική Πινακοθήκη Λάρισας οργάνωσε αφιέρωμα «Τάκης Τλούπας – Δέκα χρόνια μετά…», ενώ το 2020 ο Δήμος Λαρισαίων ανακήρυξε επίσημα ως «Έτος Τλούπα» τη χρονιά της εκατονταετηρίδας από τη γέννησή του, με εκδηλώσεις που ανέδειξαν την καλλιτεχνική και ιστορική αξία του φωτογραφικού του αρχείου. Μάλιστα, το 2024 –21 χρόνια μετά τον θάνατό του– θεσμοθετήθηκε από την Περιφέρεια Θεσσαλίας διεθνής διαγωνισμός φωτογραφίας, το «Tloupas Path», τιμώντας το φωτογραφικό έργο του και δίνοντας έμπνευση σε καλλιτέχνες από όλο τον κόσμο. Τον Οκτώβριο του 2026, η κόρη του Βάνια Τλούπα, επιμελήθηκε την έκθεση «Μία άλλη Ευρώπη» στην Ελληνοαμερικανική Ένωση, εστιάζοντας στις φωτογραφίες από τα ταξίδια του στην Ευρώπη. Η κληρονομιά του Τάκη Τλούπα –ως καλλιτέχνη που «κυνήγησε τις αλήθειες της ζωής» με τη φωτογραφική του μηχανή– παραμένει ζωντανή και αποτελεί πηγή έμπνευσης για νεότερους φωτογράφους. Το όνομά του συγκαταλέγεται πλέον ανάμεσα σε εκείνα των μεγάλων εκπροσώπων της ελληνικής ανθρωποκεντρικής φωτογραφίας του 20ού αιώνα και το έργο του εκτιμάται τόσο για την αισθητική του ποιότητα όσο και για την ανεκτίμητη τεκμηριωτική του αξία.
Χρήστος Κοψαχείλης, Οκτώβριος 2026
- https://www.hellenicdiaspora.org/el/artist-bio/?artist=takis-tloupas
- Ματούλα Κουστένη: Ο Τάκης Τλούπας φωτογράφιζε τα ταξίδια του. Κανείς δεν το ήξερε, LIFO, 18/9/2026
- Γιάννης Σταθάτος: Η Ελλάδα του Τάκη Τλούπα, Φωτογράφος, 6/2005
- Δημήτρης Κοιλαλούς: Τάκης Τλούπας
- Συνεντεύξεις της Βάνιας Τλούπα με αφορμή την έκθεση «Μία άλλη Ευρώπη»
