Weegee / Arthur Fellig (1899-1968)

“Η φωτογραφία είναι όπως το sex, μερικοί το κάνουν από έρωτα, άλλοι για τα χρήματα” (Weegee).

Αμερική δεκαετίες του ΄30 και του ΄40. Ανεργία, φτώχεια, πορνεία, εγκλήματα, πόλεμος των συμμοριών. Η Νέα Υόρκη φέρνει έντονα τα σημάδια της οικονομικής κρίσης. Ένας φόνος κάθε νύχτα, κάθε ώρα ένας τύπος στο αυτόφωρο. Στις εφημερίδες, οι σελίδες των αστυνομικών ρεπορτάζ έχουν τη μεγαλύτερη αναγνωσιμότητα, θυμίζουν σε πλοκή μυθιστορήματα του Τσάντλερ και το φωτογραφικό τους υλικό, σκηνές από φιλμ νουάρ. Σε μια εποχή κρίσης, το κοινό προσπαθεί να ξεχάσει τα δικά του προβλήματα, διαβάζοντας για τα προβλήματα των άλλων.

Μία φορά και έναν καιρό υπήρχαν έντυπα, εφημερίδες και περιοδικά, για τα οποία η φωτογραφία, ακόμη κι εκείνη του αστυνομικού δελτίου, είχε σημασία και ουσία. Η τηλεόραση δεν είχε αποβλακώσει ακόμη τα πλήθη και οι εφημερίδες δεν είχαν γίνει οι καταϊδρωμένοι συγγενείς της μικρής οθόνης, βλέπετε, τότε, οι ειδήσεις είχαν την συγκλονιστική διάσταση που προσπαθούν εις μάτην να τους δώσουν σήμερα τα δελτία των οκτώμισι. Και είχαν – ακόμη – μια παραμυθένια διάσταση στα μάτια των αναγνωστών. Τα εγκλήματα, οι βιασμοί, οι θεαματικές ληστείες τραπεζών, οι κοσμικές εκδηλώσεις της ανώτερης τάξης. Αν λοιπόν μπορούν για κάτι να περηφανευτούν οι αμερικάνικες εφημερίδες της εποχής του ’30 και του ’40, εκτός βέβαια από την εγκυρότητα τους (New York Times: τυπώνουμε όλα τα νέα που αξίζουν να δημοσιευτούν) είναι για τις ζωηρές εικόνες που διηγούνται τις ιστορίες τους. Ολόκληρες δεκαετίες πέρασαν μέσα από τα μελανωμένα φύλλα των εφημερίδων της Αμερικής, με αφανείς ήρωες τους φωτογράφους.

Όταν ο Arthur Fellig έφτασε το 1909 στην Νέα Υόρκη, δεν ήταν παρά ένας μικρός δεκάχρονος Εβραίος από την Ουκρανία, όπως χιλιάδες άλλοι σαν κι αυτόν, που ζήταγαν ένα πιο φωτεινό μέλλον στην άλλη πλευρά του Ατλαντικού. Παιδί της ένδειας, ζει στη φτώχεια και τη μιζέρια μέχρι τα 14, οπότε εγκαταλείπει το σχολείο για να βοηθήσει την οικογένειά του. Αφού έκανε ένα σωρό δουλειές του ποδαριού, από πλύσιμο πιάτων και πωλητής γλυκών μέχρι βιολιστής σε φιλμ του βωβού, ανακάλυψε την φωτογραφία. Αρχικώς, ως βοηθός σε εργαστήριο εκτύπωσης φωτογραφιών ταυτότητας, έπειτα ως εκτυπωτής και μετά από το 1935 ως ανεξάρτητος φωτογράφος ειδήσεων. Εφοδιασμένος με μια Speed Graphic 4X5 ο νεαρός Arthur δεν άργησε να βρει τον τομέα εκείνο που του ταίριαζε καλύτερα. Η νύχτα της Νέας Υόρκης και το αστυνομικό δελτίο ήταν ιδανικά για έναν άνθρωπο που ζούσε την νύχτα και αγαπούσε τη δράση. Η ταχύτητα και η ικανότητα του να αποτυπώνει την ατμόσφαιρα των εγκλημάτων γρήγορα του χάρισαν φήμη ανάμεσα στους συναδέλφους του των εφημερίδων – όσο, βέβαια, μπορούν χαρίσουν εκτίμηση αυτές οι λυκοφιλίες. Έτσι, λοιπόν σύντομα το 1938 απέκτησε πρώτος το βασικό προνόμιο ενός φωτογράφου που ήθελε να βρίσκεται στον τόπο του εγκλήματος “σχεδόν την ώρα που αυτό συνέβαινε”. Ένα προνόμιο για το οποίο οι συνάδελφοι του θα έδιναν τα πάντα: Παίρνει την επίσημη άδεια από την αστυνομία να εξοπλίσει το αυτοκίνητό του έναν ειδικό δέκτη ασυρμάτου με το οποίο μπορούσε να παρακολουθεί τις συχνότητες που χρησιμοποιούσαν οι αστυνομικοί για να επικοινωνήσουν. Με τον ασύρματο τοποθετημένο μέσα στο αυτοκίνητο, ο Arthur Fellig – Weegee για τους φίλους του – έφτανε στον τόπο του εγκλήματος πάντοτε πρώτος, μερικές φορές νωρίτερα και από την αστυνομία. “Ήμουν ο μόνος φωτογράφος”, είπε κάποτε, “που είχε το δικαίωμα να ακουμπάει το πόδι του στο Κεντρικό Αστυνομικό τμήμα του Μανχάταν. Μια φορά κάποιος άλλος προσπάθησε να μπει, αλλά οι μπάτσοι δεν τον άφησαν να πλησιάσει. Οι δημοσιογράφοι τον κυνήγησαν από το γραφείο Τύπου. Τον έστειλαν στο Μπρούκλιν, εκεί που δεν συμβαίνει ποτέ τίποτε, εκτός από καμιά μικροπυρκαγιά”.

Λίγοι αστυνομικοί θα πρέπει να είναι αυτοί που θα έχουν δει τόσα βίαια εγκλήματα, όσα αυτά που είδε ο Weegee. Κατά τη διάρκεια των καλύτερων χρόνων του ως φωτορεπόρτερ ζούσε σ΄ ένα δωμάτιο στον ίδιο δρόμο που βρίσκονται τα κεντρικά γραφεία της αστυνομίας του Manhattan, περιμένοντας τη μοιραία κλίση στο δέκτη που θα ανακοίνωνε άλλη μια εκτέλεση από συμμορία ή αδέξια ληστεία ή έγκλημα πάθους. Πρέπει να θεωρηθεί δεδομένο ότι ήταν ένας σοβαρός και πρόθυμος μελετητής του θέματός του. Η απλή επαγγελματική ικανότητα δεν θα είχε αποδώσει τις υπέροχα βαθιές και νοηματικές φωτογραφίες που δημιούργησε. Ο Weegee έγινε τόσο δεξιοτέχνης στο να φωτογραφίζει τη βία που κατάφερνε να αποδίδει ακόμη και τα συνηθισμένα θέματα με ενδιαφέροντα τρόπο. Για εξοικονόμηση χρόνου, εκτύπωνε τις φωτογραφίες του μέσα στο πρόχειρο εργαστήριο που είχε στήσει στο πόρτ μπαγκάζ της καφετιάς Σεβρολέτ του. “Είχα εκεί μέσα”, έλεγε, “ολόκληρο το σπίτι μου. Ένα μικρό φαρμακείο για ώρα ανάγκης, φωτογραφικές πλάκες, φλας, μια γραφομηχανή, μπότες πυροσβέστη, κούτες πούρων, σαλάμι, υπέρυθρο φιλμ, στολές, ακόμα και εσώρουχα”. Η ταχύτητα του επέτρεπε να μοιράζει τις φωτογραφίες του στις εφημερίδες την ώρα που οι υπόλοιποι συνάδελφοι του έψαχναν ακόμη τον τόπο του εγκλήματος. Αποτελεσματικότητα – ποιότητα – ταχύτητα με την υπογραφή του πίσω από τα τυπωμένα χαρτιά: “Weegee ο μάγος”. Το καλύτερο τρίπτυχο για να κερδίσει του ξεροκέφαλους αστυνομικούς συντάκτες.

Το μάτι του ρεπόρτερ

Θα αναρωτηθεί κανείς τι είναι εκείνο που κάνει τον Weegee μεγάλο – τον μεγαλύτερο φωτογράφο του αστυνομικού ρεπορτάζ και σίγουρα έναν σημαντικό ανάμεσα στους φωτογράφους εκείνους που αποτύπωσαν την ζωή των ανθρώπων. Τι ήταν αυτό που τον έκανε – τον μόνο φωτογράφο – ήρωα κινηματογραφικής ταινίας (The public eye -Το Μάτι του Ρεπόρτερ, 1992). Είναι μόνο οι φωτογραφίες του; Ή μήπως και ο τρόπος ζωής του, το περιβάλλον μέσα στο οποίο κινήθηκε, οι συνθήκες δουλειάς; Προφανώς, είναι όλα τα παραπάνω. Και, ίσως, ακόμη και ο ίδιος ο χαρακτήρας του. Ο Weegee ήταν από τους ανθρώπους εκείνους που δεν περηφανεύτηκαν ποτέ για τις πρωτιές και τα αποκλειστικά του. Προτιμούσε να τα πίνει με τους φίλους του στο μπαρ του Σάμι, στο Μπόουερι. Όσοι τον γνώρισαν είπαν πως είχε εκείνη την παλιά αίσθηση των ανθρώπων του Τύπου. Την αίσθηση που υπαγόρευε ότι η δουλειά είναι σημαντική μέχρι να φτάσει το επόμενο φύλλο. Ήταν φιλότιμος, αλλά και νευρωτικός όταν έπρεπε να εκπληρώσει τον σκοπό του. Μια πραγματική φιγούρα της νύχτας, που οι μπάτσοι και οι δημοσιογράφοι τον φώναζαν με το παρατσούκλι του και όταν έβρισκαν χρόνο, έπιναν μαζί του ένα ποτό. Ωστόσο, αυτό που πάντοτε τον ταλάνιζε ήταν η μοναξιά. Μια αγοραφοβία που έβρισκε διέξοδο στην φωτογραφία. Ο Weegee υπήρξε πετυχημένος φωτογράφος, αλλά απελπιστικά μόνος στην προσωπική του ζωή.

Από την άλλη πλευρά, σημαντικός παράγοντας για το χτίσιμο του μύθου ήταν το ίδιο το περιβάλλον της δουλειάς του. Ο περίγυρος των καταγωγίων της Νέας Υόρκης που φωτογράφισε, και μοιάζει σήμερα συναρπαστικός, πασπαλισμένος όπως είναι με τον απαραίτητο μύθο που του προσέδωσε ο κινηματογράφος: Μαφιόζοι νεκροί στο πεζοδρόμιο. Πόρνες και τραβεστί στην κλούβα. Παράξενοι θαμώνες στο μπαρ. Ζευγαράκια που φιλιούνται στα πίσω καθίσματα του σινεμά. Πολυκατοικίες παραδομένες στις φλόγες. Σταρλετίτσες που ποζάρουν φιλήδονα. Εγκληματίες στο αστυνομικό τμήμα. Με λίγα λόγια η άλλη όψη της ζωής την ημέρα. Η νύχτα σε μια μεγάλη πόλη που δεν κοιμάται πολύ. Για όλους τους καθημερινούς ανθρώπους αυτή η ξένη ζωή μοιάζει συναρπαστική. Και ο Weegee είναι πάντοτε εκεί, πάντοτε τη νύχτα, για να την μεταφέρει στα σπίτια των μικροαστών.

Ωστόσο, τίποτε από τα παραπάνω (τον χαρακτήρα, την εποχή, τη μυθολογία, την τοπολογία) δεν θα έφτανε για να δικαιολογήσει την επιτυχία, αν δεν υπήρχε η ίδια η δουλειά του Weegee. Στο κάτω-κάτω φωτογράφοι που κινήθηκαν στα ίδια μέρη την ίδια εποχή, υπήρξαν πολλοί. Κανένας, όμως, δεν έμεινε στην επικαιρότητα περισσότερο απ’ όσο αυτή διήρκεσε. Οι εικόνες του μοιάζουν δουλειά ενός εστέτ της παρακμής. Όταν τις κοιτάζεις νοιώθεις πως δεν θα μπορούσαν να είναι αλλιώς. Το καδράρισμα είναι πάντοτε απολύτως σωστό και το πάτημα του κουμπιού της μηχανής γίνεται στην πλέον κατάλληλη στιγμή. Τα πτώματα, οι φοβισμένοι άνθρωποι, μοιάζουν με κομπάρσοι του καθημερινού μελοδράματος που παίζεται τις νύχτες στους δρόμους της πόλης. Η χτυπημένη γυναίκα, ο τραυματισμένος πιστολάς, το σπίτι που φλέγεται, μεταμορφώνονται σε ενσταντανέ που κυνηγούν οι πεινασμένοι για προβολή και εντυπωσιασμό πελάτες (New York Post, New York Times, New York Sun, World Telegram). Ο τεχνητός φωτισμός τονίζει δραματικά τις εικόνες και αφήνει το φόντο να πλέει στο μαύρο της νύχτας. Οι άνθρωποι κοιτάζουν τον φακό σα να ζητούν από τον φωτογράφο βοήθεια. Και αυτός τους την ανταποδίδει με τον τρόπο του. Οι εικόνες του δείχνουν πως αγαπάει τον άνθρωπο με τα ελαττώματα του, όσο… εγκληματικά και αν είναι αυτά.

Στο Χόλυγουντ

Σιγά-σιγά ο Weegee θα ξεκολλήσει από την αστυνομία για να πετάξει με τα δικά του φτερά. Δεν περιμένει να έρθει το έγκλημα σ΄ αυτόν. Δημιουργεί με το φωτογραφικό του στυλ, σχολή. Μια ολόκληρη γενιά νέων φωτορεπόρτερ προσπαθεί να μιμηθεί τις εικόνες, που, μέσα στη λογική του στιγμιαίου, κρύβουν μια βαθιά αίσθηση της ισορροπίας, της γεωμετρίας και του φωτός. Τις πιο “σκληρές” φωτογραφίες του τις αγοράζουν η Daily News και η Post. Οι υπόλοιπες πηγαίνουν στις πιο “οικογενειακές” εφημερίδες και στο Glamour Photography, συνοδευόμενες συνήθως μ΄ ένα δικό του κείμενο, με το οποίο διηγείται για πρώτη φορά τις αυθεντικές νύχτες του. Ήταν ο πρώτος φωτογράφος στην Αμερική που είδε την υπογραφή του δίπλα στις φωτογραφίες του. Το 1942 γνωρίζει την Βίλμα Γουίλκοξ, την γυναίκα της ζωής του, που θα τον πείσει να βγάλει στη δημοσιότητα το κρυμμένο του υλικό σ΄ ένα βιβλίο με τίτλο “Naked City” (Γυμνή Πόλη), αν και χρειάστηκε τρία χρόνια για να βρει εκδότη. Τρεις εκδόσεις εξαντλημένες. Επιτυχία, που τον κάνει ευρύτερα γνωστό, έξω από τον κύκλο των αστυνομικών και των δημοσιογράφων.

Όμως, η νύχτα και το κυνήγι της είδησης αρχίζει να τον κουράζει. Αποφασίζει να αποσυρθεί από τον θρόνο του και να πάει στο Χόλιγουντ. Η βιομηχανία του κινηματογράφου, σκέφτεται, έχει περισσότερα λεφτά από τον Τύπο. Λάθος σκέψη. Η σκοτεινή πλευρά του Χόλιγουντ μοιάζει πονηρότερη και πολύ πιο σκληρή από αυτή της Νέας Υόρκης. Για οκτώ χρόνια φωτογραφίζει αστέρια του σινεμά, παίζοντας με παραμορφωτικούς φακούς. Όμως, φαίνεται πως αυτό δεν είναι το δυνατό του σημείο. Κυκλοφορεί το δεύτερο βιβλίο του “Naked Hollywood”, αλλά δεν του αρέσει. Είναι ένας ακόμη ανάμεσα στους δεκάδες φωτογράφους και αδυνατεί να μπει στη λογική των δημοσίων σχέσεων και των “φιλιών”. Από “Weegee ο μάγος” γίνεται πλέον απλώς Weegee.

Χρειάστηκε να περάσουν αρκετά χρόνια για να έρθουν ξανά στη δημοσιότητα οι παλιές φωτογραφίες του. Για πολλούς, η σκληρή, “αντικαλλιτεχνική” του ματιά δεν επέτρεπε την κατάταξη του φωτογραφικού του έργου ανάμεσα σε εκείνα των σημαντικών φωτογράφων. Ωστόσο, ο ίδιος μόνο αδαής περί την εξέλιξη της φωτογραφίας δεν ήταν. θαύμαζε τους συναδέλφους της γενιάς του (Walker Evans, Dorothea Lange, Ben Sahn κ.α.) και αναγνώριζε το “ανθρωπιστικό” καλλιτεχνικό τους έργο. Ωστόσο, ήξερε καλύτερα πως ο δικός του τομέας θα ήταν η ταραγμένη νυχτερινή ζωή της πόλης (της όποιας πόλης). Όταν, μετά από χρόνια, οι εικόνες του τυπώθηκαν ξανά, οι ειδικοί διαπίστωσαν πως η ματιά του Weegee υπήρξε άκρως διεισδυτική και “καλλιτεχνική”, όσο και αν αυτό ουδέποτε υπήρξε στις προθέσεις του. Στις εικόνες που έκανε εκτός επαγγέλματος (από τον κόσμο των Night Club, τους λουόμενους του Κόνι Άιλαντ, τους θεατές του σινεμά) ο Weegee μεταδίδει την ίδια ένταση που έχουν οι φωτογραφίες του αστυνομικού δελτίου με περισσότερη, όμως, γαλήνη και αγάπη.

Χωρίς να το επιδιώκει, ο Εβραίος μετανάστης δημιουργεί το φωτογραφικό ημερολόγιο μιας πόλης σε μια δεδομένη εποχή. Όπως θα κάνει αργότερα ο William Klein, όπως είχαν κάνει ήδη ο Izis και ο Brassai στο Παρίσι. Δέκα χρόνια μετά την αναχώρηση του για το Χόλιγουντ, επιστρέφει ξανά στη Νέα Υόρκη και καταπιάνεται με τη “φωτογραφική καρικατούρα” πολιτικών. Τώρα πια η δουλειά είναι μόνο μέσον συντήρησης. Η μοίρα του αρχίζει και μοιάζει απελπιστικά με εκείνη των αδύναμων ανθρώπων που κάποτε φωτογράφιζε. Η τηλεόραση αρχίζει να σκοτώνει το επάγγελμά του. Περνά τα τελευταία χρόνια της ζωής του ταξιδεύοντας στην Ευρώπη και στη Ρωσία. Το 1961 κυκλοφορεί την αυτοβιογραφία του και επτά χρόνια αργότερα, στις 26 Δεκεμβρίου 1968, πεθαίνει στη Νέα Υόρκη. Ο Weegee, ο άνθρωπος που δεν δίστασε να αφήσει σημείωμα στη Μαφία λέγοντας : “Παρακαλώ, μην αφήνετε τα θύματά σας μέσα στις μαύρες λιμουζίνες, δεν βγαίνουν καλά στις φωτογραφίες μου”, τελειώνει την αυτοβιογραφία του με τον δικό του μοναδικό τρόπο :

“Στη Νέα Υόρκη μ΄ έναν τουλάχιστον φόνο κάθε νύχτα, έκανα, το λιγότερο πέντε χιλιάδες ρεπορτάζ μέσα σε δέκα χρόνια. Χρησιμοποίησα δέκα φωτογραφικές μηχανές, χάλασα πέντε αυτοκίνητα, κατανάλωνα είκοσι τσιγάρα κάθε βράδυ και πέντε φλιτζάνια καφέ. Πέντε δολάρια ο φόνος για την Sun,τριάντα δολάρια για το Life Magazine. Για μένα το έγκλημα πληρωνόταν. Εγώ έφτιαξα τις διάσημες εικόνες αυτής της εποχής της βίας. Κι ενώ τραβούσα τις φωτογραφίες μου, φωτογράφιζα ταυτόχρονα και συνειδητά την ψυχή αυτής της μεγάλης πόλης που αγάπησα και γνώρισα σαν την τσέπη μου”.

 

Χρήστος Κοψαχείλης

Πηγές:

  • Γιάννης Δημητριάδης : Weegee – Περιοδικό Φωτοχώρος Νο8, 1997
  • Σταυρούλα Παναγιωτάκη : Weegee, ζώντας και πεθαίνοντας στη Νέα Υόρκη – ΚΛΙΚ
  • Arthur Fellig – Weegee : Weegee´s New York 1935-60 / Schirmer Art Books