Sergio Larrain (1931-2012)

 

Σε μια όχι και τόσο μακρινή εποχή, όταν οι μηχανές αναζήτησης δεν είχαν ακόμη ανακαλυφθεί και το σερφάρισμα γινόταν μόνο στη θάλασσα, μια αγαπημένη μου συνήθεια ήταν να τριγυρίζω σε βιβλιοπωλεία, αλλά και σε παζάρια μεταχειρισμένων βιβλίων και να ψάχνω για φωτογραφικά λευκώματα. Έτσι, αρχές της δεκαετίας του ΄90, ξαφνιάστηκα ευχάριστα όταν είδα ένα μικρό βιβλιαράκι 32 σελίδων με φωτογραφίες του άγνωστου τότε σε μένα Sergio Larrain, το οποίο όμως προλόγιζε ο Pablo Neruda. To μαλακό εξώφυλλο του βιβλίου -από γκρι χαρτί που έμοιαζε πολύ με το αντίστοιχο που χρησιμοποιούσαν τότε οι χασάπηδες για να τυλίγουν τα κρέατα- δεν είχε καμιά φωτογραφία παρά μόνο το όνομα ενός μακρινού λιμανιού της Χιλής, του Valparaiso, με κόκκινα γράμματα γραμμένα με τέτοιο τρόπο που λες ότι κατέβαιναν μια σκάλα. Δεν ήταν η χαμηλή του τιμή, 7.114 δρχ, ούτε το όνομα του μεγάλου Χιλιανού ποιητή που το προλόγιζε, αλλά η ποιότητα και η πρωτοτυπία των φωτογραφιών του που με έκαναν να το αγοράσω. Εκτός από το εισαγωγικό κείμενο του Neruda, γραμμένο στα γαλλικά μιας και το βιβλίο είχε εκδοθεί από τις εκδόσεις Hazan με αφορμή την έκθεση των φωτογραφιών που περιελάμβανε στην Arles το 1991, δεν υπήρχαν άλλα στοιχεία για τον φωτογράφο. Ούτε και το δεύτερο βιβλίο του που απέκτησα το 1998, το “Londres” πάλι από τις εκδόσεις Hazan, είχε βιογραφικά στοιχεία για τον Larrain. Έτσι έπρεπε να περιμένω το 1999 όταν το Ινστιτούτο Μοντέρνας Τέχνης της Βαλένθια Julio Gonzalez, μετά από παρακίνηση του Bernard Plossu, οργάνωσε μια αναδρομική έκθεση (1/7 – 26/9/99) με χαρακτηριστικά δείγματα από το σύνολο της δουλειάς του Larrain που οδήγησε σε μια τεράστια αναζωπύρωση του ενδιαφέροντος για το έργο του και παράλληλα εξέδωσε ένα βιβλίο το οποίο περιελάμβανε αρκετά στοιχεία για την πολύ ενδιαφέρουσα ζωή του.

Ο Sergio Larrain λοιπόν γεννήθηκε στο Σαντιάγκο της Χιλής στις 5 Νοεμβρίου του 1931. Ο πατέρας του, ο οποίος ήταν αρχιτέκτονας και κοσμήτορας πανεπιστημίου, έτρεφε μεγάλη αγάπη για την Τέχνη. Στο σπίτι τους κυκλοφορούσαν πολλά καλλιτεχνικά περιοδικά και στα ράφια της βιβλιοθήκης στοιβάζονταν λευκώματα με τα έργα των μεγάλων ζωγράφων. Αυτές ήταν οι πρώτες επιρροές που δέχθηκε ο μικρός Sergio, ο οποίος επίσης παρακολουθούσε από 9 χρονών μαθήματα μουσικής. Ο πατέρας του, που αγαπούσε τη φύση, τον έπαιρνε συχνά μαζί του σε πολυήμερες εκδρομές στις οροσειρές της Χιλής για κυνήγι και κατασκήνωση γύρω από τη φωτιά. Επίσης είχαν διαμορφώσει ένα παλιό λεωφορείο σε τροχόσπιτο, ξεβιδώνοντας τα καθίσματα και στερεώνοντας κρεβάτια στη θέση τους, με το οποίο ταξίδευαν στα νότια της Χιλής ακολουθώντας ένα υποτυπώδες οδικό δίκτυο και κατασκηνώνοντας πλάι σε λίμνες και ποτάμια.  Έτσι κανείς δεν ξαφνιάστηκε όταν το 1949 ο Sergio αποφάσισε να σπουδάσει δασονομία στο πανεπιστήμιο της Καλιφόρνιας Berkeley. Εκεί όμως ο νεαρός αναγνώστης του Dostoyevsky, του Τ.Ε.Lawrence, του Jules Verne και του Saint-Exupery συνηθισμένος στους χαλαρούς ρυθμούς και στις πολυήμερες εκδρομές, προσέκρουσε σε μια πραγματικότητα στην οποία δεν μπόρεσε να προσαρμοστεί. Παράλληλα με τις σπουδές του άρχισε να εργάζεται σαν σερβιτόρος στη φοιτητική λέσχη και έτσι κατάφερε να κερδίζει ορισμένα χρήματα παραπάνω από το χαρτζιλίκι που του στέλνανε, τα οποία μπορούσε να τα διαθέσει όπως ήθελε. Το αντικείμενο που κέντρισε περισσότερο το ενδιαφέρον του ήταν μια μεταχειρισμένη Leica IIIC την οποία αγόρασε με δόσεις – πέντε δολάρια το μήνα. Άρχισε να αγοράζει φωτογραφικά περιοδικά και βιβλία, μέσω των οποίων ενίσχυσε τον αρχικό ενθουσιασμό του για την φωτογραφία.

Ήταν 18 χρονών και δεν έτρεφε κανένα ενδιαφέρον για τις σπουδές του στη δασονομία. «… Τι με ενδιέφεραν εμένα οι κομμένοι κορμοί ενός όμορφου δάσους που βρίσκονταν πεσμένοι στο έδαφος με προορισμό να γίνουν καυσόξυλα στην Ιαπωνία…» σημείωνε. Άλλαξε πανεπιστήμιο πηγαίνοντας στο Μίσιγκαν το οποίο φημιζόταν για την σχολή δασονομίας του, αλλά ούτε εκεί βελτιώθηκαν τα πράγματα. Ένιωθε ξένος, μακριά από την πατρίδα του χωρίς φίλους, χωρίς ενδιαφέρον για τις σπουδές του. Το μόνο που τον ενθουσίαζε ήταν οι ώρες που περνούσε στον σκοτεινό θάλαμο του φωτογραφικού εργαστηρίου του πανεπιστημίου, στον οποίο κατέφευγε συχνά.

Ωστόσο την απόφαση του να ασχοληθεί σοβαρά με την φωτογραφία την πήρε αργότερα, αφού παράτησε την σχολή του το 1951 και επέστρεψε στην Χιλή. Τότε ακολούθησε τους γονείς του σ’ ένα μεγάλο ταξίδι που κράτησε οκτώ μήνες και ήταν μια περιήγηση στην Ιστορία της Τέχνης. Ο πατέρας του επιθυμούσε να επισκεφτεί όλα εκείνα τα μέρη που είχε μελετήσει στη διάρκεια των σπουδών του στην αρχιτεκτονική και αυτή την εμπειρία ήθελε να την μοιραστεί με την οικογένεια του. Έτσι ταξίδεψαν στην Αίγυπτο, στο Ισραήλ, στη Κωνσταντινούπολη, στην Ελλάδα, στην Ιταλία, στην Ισπανία, στην Γαλλία και στην Αγγλία. Οι εντυπώσεις του Sergio από αυτό το ταξίδι ήταν καθοριστικές για την μετέπειτα ζωή και τη καριέρα του. «…Πήγαμε στο Άγιο Όρος με τα πόδια και ήταν υπέροχα… τριγυρίζαμε στο Παρίσι πριν την άφιξη του μαζικού τουρισμού, τότε που οι σερβιτόρες φορούσαν ακόμη μαύρες στολές στα καφέ της πόλης, τότε που όλοι ήσαν ανοιχτοί και καλόκαρδοι, πριν την έλευση της μεγάλης εμπορευματοποίησης που ισοπέδωσε τα πάντα… στην Φλωρεντία εντυπωσιάστηκα από ένα πορτραίτο του Τισιανού και ήταν η πρώτη φορά που είχα μια τέτοια άμεση επαφή με τις καλές Τέχνες…»

Στην Ιταλία ήρθε επίσης σε επαφή με το έργο του Giuseppe Cavalli, ενός φωτογράφου που συμμετείχε στην ομάδα “La Bussola” (Η πυξίδα), η οποία πίστευε ότι η φωτογραφία είχε την δική της ιδιαίτερη καλλιτεχνική γλώσσα και αισθητική κάτι που τότε ερχόταν σε κόντρα με την επικρατούσα άποψη ότι η φωτογραφία προορίζεται (και περιορίζεται) μόνο για την πιστή αναπαραγωγή της πραγματικότητας. Το portfolio του Cavalli έπεισε τον Sergio Larrain ότι η φωτογραφία μπορούσε να εκφράσει και κάτι βαθύτερο πέρα από τα κοινότυπα με τα οποία ήταν μέχρι τότε εξοικειωμένος. Έτσι αντάλλαξε την παλιά Leica με μια Roleiflex και άρχισε να φωτογραφίζει με μεγαλύτερη πίστη στο μέσο.

Όταν επέστρεψαν στη Χιλή ο Larrain αποφάσισε να απομονωθεί για κάποιο διάστημα σ’ ένα μικρό σπιτάκι στους πρόποδες των Άνδεων και να ζήσει σαν ερημίτης μελετώντας ποίηση, φιλοσοφία και μυστικισμό. Στο σπιτάκι αυτό είχε στήσει και ένα σκοτεινό θάλαμο και από καιρό σε καιρό επισκεπτόταν το κοντινό Valparaiso και φωτογράφιζε. Μετά από ένα χρόνο απομόνωσης ο Larrain επέστρεψε στο Σαντιάγκο. Δεν είχε κανένα επάγγελμα, οι παλιοί συμμαθητές του ήταν ήδη γιατροί, δικηγόροι, υπάλληλοι και αυτός ένιωθε αποτυχημένος. Καθώς το μόνο που ήξερε καλά ήταν να βγάζει και να επεξεργάζεται φωτογραφίες, αποφάσισε να γίνει φωτογράφος Μία από τις πρώτες δουλειές που του ανατέθηκε από δυο ιδρύματα (“El Hogar de Cristo” και “Mi Casa”) που συγκέντρωναν χρήματα για ανθρωπιστικούς λόγους, ήταν να φωτογραφίσει ανήλικα παιδιά που περιπλανιόντουσαν στους δρόμους ζητιανεύοντας και κοιμόντουσαν στα πεζοδρόμια. Το αποτέλεσμα ξεπέρασε τις προσδοκίες. Οι φωτογραφίες του Larrain όχι μόνο κατέγραψαν τις άθλιες συνθήκες διαβίωσης που υπέμειναν τα παιδιά με τον φωτογράφο να υιοθετεί μια στάση συμπαράστασης προς αυτά, αλλά ταυτόχρονα ανέδειξαν μέσα από τα σφιχτά κάδρα και τις πρωτότυπες για την εποχή συνθέσεις μια εντελώς προσωπική ματιά που θα τον οδηγούσε στο πάνθεον των μεγάλων φωτογράφων.

Ενθαρρυμένος από την θερμή αποδοχή των φωτογραφιών του, το 1956, επιστράτευσε όλο το κουράγιο του και έστειλε ένα μικρό portfolio των καλύτερων φωτογραφιών του στο Μουσείο Μοντέρνας Τέχνης της Νέας Υόρκης. Μετά από ένα μήνα του απάντησαν ότι επιθυμούσαν να αγοράσουν δύο από αυτές. Την απαντητική επιστολή υπέγραφε ο Edward Steichen, το όνομα του οποίου, την αξία του και την συμβολή του στην καθιέρωση της φωτογραφίας ως μορφή Τέχνης αγνοούσε εκείνη την εποχή ο Larrain. Αργότερα, το 1963, συγκέντρωσε αυτές τις φωτογραφίες που απεικόνιζαν τα άστεγα μικρά αλάνια του Σαντιάγκο και τις εξέδωσε σε ένα μικρό βιβλίο με το τίτλο “El Rectángulo en la Mano” (Το Τετράγωνο στο Χέρι).

Το 1958 ο Larrain κέρδισε μια υποτροφία από το Βρετανικό Συμβούλιο που του επέτρεψε να ζήσει και να φωτογραφίσει για οκτώ μήνες στην Αγγλία. Οι φωτογραφίες του καταγράφουν σκηνές της καθημερινότητας, ανθρώπους που κατακλύζουν τους δρόμους, τα πάρκα και τα μέσα μαζικής μεταφοράς σε ένα βροχερό και ατμοσφαιρικό, από την ομίχλη που καλύπτει τα πάντα, Λονδίνο. Στρέφει επίσης τη μηχανή του στους θαμώνες που συναθροίζονται στους χώρους διασκέδασης, στις παμπ, τα κλαμπ, στις αίθουσες χορού με τους ρυθμούς του σουίνγκ. Οι συνθέσεις του είναι τολμηρές, με εντελώς ανεστίαστα πρώτα πλάνα και ασυνήθιστα για εκείνη την εποχή “στραβά κάδρα”. Ο Sergio Larrain φωτογραφίζει τους διαβάτες να περιφέρουν τη μοναξιά τους στους πολύβουους δρόμους του Λονδίνου με τον ίδιο τρόπο που συναντάμε και στις φωτογραφίες του Robert Frank, που τραβήχτηκαν την ίδια εποχή στην άλλη πλευρά του Ατλαντικού. Κι αν για τον Frank χρειάστηκαν μερικά χρόνια για να εκδώσει σε βιβλίο τους “Αμερικάνους” του ο Larrain χρειάστηκε να περιμένει πολύ περισσότερο καθώς αυτές οι φωτογραφίες του εκδόθηκαν από τον οίκο Hazan σε ένα βιβλίο με τον τίτλο “Londres”, σαράντα χρόνια αργότερα με αφορμή την έκθεση τους στον Μήνα Φωτογραφίας του Παρισιού.

Μετά την Αγγλία ο Larrain επέστρεψε στην Λατινική Αμερική, όπου συνέχισε να φωτογραφίζει συνεργαζόμενος με το βραζιλιάνικο περιοδικό “O Cruzeiro”. Στο Ρίο ντε Τζανέιρο ο Larrain συναντήθηκε τυχαία με τον Ελβετό φωτογράφο του πρακτορείου Magnum, Rene Burri. Βρισκόντουσαν και οι δυο στη παραλία της Κόπα Καμπάνα, όπου ο μεν Burri φωτογράφιζε τους λουόμενους, ενώ ο Larrain παρακολουθούσε τον τρόπο με τον οποίο ο Burri πλησίαζε τα θέματά του. Στη συζήτηση που ακολούθησε ο Larrain εκμυστηρεύτηκε στον Burri την πρόθεση του να επισκεφτεί το Παρίσι με σκοπό να δείξει τη δουλειά του στον Henri Cartier Bresson, την δουλειά του οποίου γνώριζε από μια έκδοση του Μουσείου Μοντέρνας Τέχνης. Ο Burri, όχι μόνο τον ενθάρρυνε να το κάνει, αλλά του εμπιστεύτηκε και τα φιλμ που είχε τραβήξει στο Ρίο μαζί με ένα συνοδευτικό σημείωμα με σκοπό να το παραδώσει στον Bresson. Ο τελευταίος έδειξε ενδιαφέρον για τις φωτογραφίες του Larrain και του ανήγγειλε ότι θα μπορούσε να εργαστεί για το πρακτορείο. Έτσι, μη έχοντας καμιά προοπτική στη Χιλή, ο Larrain απεφάσισε να εγκατασταθεί στην Ευρώπη και να εργαστεί σαν φωτορεπόρτερ του Magnum. Αυτή η προοπτική τον γέμισε ενθουσιασμό και χαρά. Ο ανεπάγγελτος νεαρός βρέθηκε ξαφνικά μέλος του διασημότερου δημοσιογραφικού πρακτορείου. Ωστόσο οι τεχνικές γνώσεις του δεν υστερούσαν κανενός συναδέλφου του στο πρακτορείο. Ο ίδιος δήλωνε ότι το μόνο που έμαθε στο Magnum ήταν πώς να κάνει κοντάκτ και πώς να κόβει το ρολό του φιλμ σε εξάδες για να το αρχειοθετεί ευκολότερα. Αντιθέτως οι ανεξάντλητοι πειραματισμοί του τον συνέδεσαν με μια ενδιαφέρουσα ιστορία. Ένα απόγευμα φωτογράφιζε στο πάρκο πλάι στο καθεδρικό της Notre Dame στο Παρίσι. Όταν εμφάνισε τα φιλμ και μεγέθυνε υπερβολικά τις φωτογραφίες που έβγαλε, παρατήρησε ότι ανάμεσα στα δέντρα και τους θάμνους του πάρκου, είχε καταγράψει στιγμιότυπα με πρωταγωνιστές ένα ζευγάρι που βρισκόταν τυχαία εκεί. Το γεγονός αυτό έγινε η βάση του διηγήματος “Las Babas del Diablo” του Julio Cortazar, που με τη σειρά ενέπνευσε τον Michelangelo Antonioni να γυρίσει το 1966 τη ταινία “Blow-Up”, την πρώτη αγγλόφωνη ταινία του με την οποία μάλιστα βραβεύτηκε στο φεστιβάλ των Κανών.

Η πρώτη δημοσιογραφική αποστολή που του ανατέθηκε από το Magnum ήταν να βρει και να φωτογραφίσει τον Giuseppe Russo, έναν από τους νονούς της ιταλικής μαφίας που καταζητείτο από την Interpol για δολοφονίες. Ο Larrain πήρε πολύ στα σοβαρά αυτή την επικίνδυνη αποστολή και ξόδεψε αρκετούς μήνες ψάχνοντας, αλλά και φωτογραφίζοντας από τη Ρώμη μέχρι τη Σικελία, οπού τελικά τον ανακάλυψε να κρύβεται στη Caltanissetta. Αλλά και πάλι χρειάστηκε δυο βδομάδες μέχρι να κερδίσει την εμπιστοσύνη των φρουρών του Russo και να περάσει την μικρή 35mm Leica, σαν παιδικό τουριστικό παιχνίδι και να φωτογραφίσει το μαφιόζο. Αυτές οι φωτογραφίες του πρωτοδημοσιεύτηκαν στο Life στην Αμερική και στο Paris Match στη Γαλλία πριν κυκλοφορήσουν σ’ όλο τον κόσμο. Η σημαντική αυτή επιτυχία εδραίωσε τη θέση του Larrain στο πρακτορείο, όπου έμεινε για τρία χρόνια (1959-1961), στη διάρκεια των οποίων ταξίδεψε σε όλα τα μήκη και τα πλάτη της γης για να φωτογραφίσει φτωχούς αγρότες στο Περού και στη Βολιβία, αλλά και το γάμο του Σάχη στη Περσία ή το σπίτι του συμπατριώτη του Neruda στο Isla Negra.

Ο Pablo Neruda ήταν οικογενειακός φίλος των Larrain. Ζούσε στο Valparaiso, το μεγάλο λιμάνι της Χιλής κοντά στο Σαντιάγκο και κατοικούσε σ’ ένα σπίτι πάνω στη παραλία. Στην παιδική του ηλικία ο μικρός Sergio τον έβλεπε συχνά στο σπίτι τους να συναναστρέφεται με τον πατέρα του και έτσι όταν αποφάσισε να ασχοληθεί με την φωτογραφία πέρασε πολλές μέρες μαζί του, περιδιαβαίνοντας τα δρομάκια του Valparaiso και χαζεύοντας στα μαγαζιά που πουλούσαν είδη ψαρέματος και προμήθειες για τους ναυτικούς. Το 1961 ο Neruda του ζήτησε να συνεργαστούν για την έκδοση ενός βιβλίου το οποίο εκδόθηκε τελικά από τον οίκο Lumen της Βαρκελώνης το 1966 με τον τίτλο “Una casa en la arena” (Ένα σπίτι στην άμμο).

Με αφορμή αυτή την συνεργασία ο Larrain ζήτησε από τον διάσημο συμπατριώτη του να προλογίσει και την συλλογή φωτογραφιών του από το Valparaiso, ίσως την πιο αναγνωρίσιμη από τις δουλείες του. Το Valparaiso είναι το πρώτο λιμάνι που συναντούν τα πλοία, καθώς περνούν το ακρωτήριο Horn και τον πορθμό του Μαγγελάνου. Ένας ήσυχος τόπος που αντικρίζουν με ανακούφιση οι ναυτικοί, που έχουν παλέψει για μέρες με δυνατούς ανέμους και άγριες θάλασσες, καθόλου σίγουροι ότι θα φτάσουν στον τελικό προορισμό τους. Τριγυρίζοντας μέρα-νύχτα στα στενά πλακόστρωτα δρομάκια της πόλης και ανεβοκατεβαίνοντας τα απότομα σκαλοπάτια που οδηγούν στη προκυμαία του λιμανιού, σκαλοπάτια που χαρακτηρίζουν το Valparaiso και στα οποία παραπέμπει ο τρόπος γραφής του τίτλου στο εξώφυλλο, ο Larrain έψαχνε την «μαγική εικόνα», όπως έλεγε. Η πρώτη φορά που την συνάντησε ήταν όταν φωτογράφησε δυο μικρά κορίτσια που κατέβαιναν, τι άλλο, μια σκάλα. Οι λεπτές φιγούρες των κοριτσιών με τα φανταχτερά, λουλουδένια φορέματα και τα ομοιόμορφα κομμένα καρό χτενίσματα τους έρχονται σε αντίθεση με το αυστηρό γκρίζο μπετόν και τους έντονα γεωμετρικούς μαύρους ίσκιους του καλοκαιρινού ήλιου που τα περιβάλλει. «…Μια μαγική εικόνα γεννιέται από μια κατάσταση χάριτος…» ισχυρίζεται, «Η χάρις εκδηλώνεται από την στιγμή που απαλλάσσεσαι από συμβιβασμούς και υποχρεώσεις, από τη στιγμή που μένεις ελεύθερος, όπως ένα μικρό παιδί στην πρώτη ανακάλυψη της πραγματικότητας. Στη συνέχεια το μόνο που μένει είναι να οργανώσεις το κάδρο…»,

Ακόμη και αν δεν το ξέρεις καταλαβαίνεις αμέσως πως το Valparaiso είναι ένα μεγάλο διεθνές λιμάνι. Δεν είναι μόνο τα καράβια και οι ναύτες με τις στολές τους που εμφανίζονται στις φωτογραφίες του Larrain. Είναι και τα μικρά παιδιά που ανεβασμένα στις προβλήτες ψαρεύουν με καθετές, είναι και οι χοντρές εμπόρισσες που πουλούν ψάρια και όστρακα, αλλά κυρίως είναι τα «κορίτσια» στα μπαρ που περιμένουν χαμογελαστά να τα σηκώσει για χορό κάποιος άγνωστος. Ο Larrain βρίσκεται παντού, στις φτωχογειτονιές της πόλης με τα αμέτρητα αδέσποτα σκυλιά και τα φτωχά αγόρια να ζητιανεύουν, στις γεμάτες καπνό χαρτοπαικτικές λέσχες, στις αίθουσες χορού με τα σφιχταγκαλιασμένα ζευγάρια, στα μπαρ όπου πανέμορφες γκαρσόνες σερβίρουν αλκοόλ κάτω από τα λαίμαργα βλέμματα των ναυτικών, στις εισόδους των φτηνών πορνείων, στα καφενεία την ώρα που κλείνουν και διώχνουν τους μισομεθυσμένους θαμώνες τους. Οι φωτογραφίες του Larrain με το κείμενο του Neruda δημοσιεύτηκαν για πρώτη φορά το 1965 στο περιοδικό Du, αλλά εκδόθηκαν σε βιβλίο μόλις το 1991.

Το 1972 ο Larrain συνάντησε τον βολιβιανό μυστικιστή Oscar Ichazo και από τότε εγκατέλειψε την επαγγελματική φωτογραφία και αφοσιώθηκε στη μελέτη των ανατολικών θρησκειών, τη καλλιγραφία, τη ζωγραφική και τη γιόγκα. Αποσύρθηκε στην εξοχή και έζησε απομονωμένος μέχρι τον Φλεβάρη του 2012 οπότε και πέθανε. Ο έντονος ανθρωπισμός του και η απογοήτευση του από το γεγονός ότι δεν μπορούσε μέσω της φωτογραφίας να βοηθήσει όλους αυτούς τους αναξιοπαθείς που φωτογράφιζε να βελτιώσουν τη ζωή τους, τον οδήγησαν σε αυτή την απόφαση.

Η φωτογραφική ματιά του Larrain, αν και καταπιάστηκε με ετερόκλητα θέματα, είναι εύκολα αναγνωρίσιμη. Διακρίνεται για το αίσθημα συμπόνιας για εκείνους που φωτογράφισε, χρησιμοποιεί πολύ συχνά το κάθετο κάδρο και τη χαμηλή γωνία λήψης. Οι φωτογραφίες του ξαφνιάζουν ακόμη και σήμερα με τον νεωτερισμό τους, με τα εντελώς ανεστίαστα πρώτα πλάνα και τα ασυνήθιστα για την εκείνη εποχή “στραβά κάδρα”. Η έντονη φόρμα όμως δεν αποτελεί αυτοσκοπό, αλλά βοηθά τον θεατή να κατευθυνθεί στο θέμα, που δεν είναι άλλο από την καθημερινή ζωή των απλών ανθρώπων, όπως τους βλέπει ο φωτογράφος.

Ο Larrain φωτογράφιζε διακριτικά, με απλότητα, χωρίς καμιά επιτήδευση ή προσπάθεια κοινωνικού ή αισθητικού προβληματισμού. Πλησίαζε τρυφερά την καθημερινότητα και την αποτύπωνε ανεξίτηλα στο φιλμ του. Και είναι κρίμα που ο σπουδαίος αυτός φωτογράφος εγκατέλειψε σχετικά νωρίς κάθε φωτογραφική δραστηριότητα, αφήνοντας μας μόνο λίγα δείγματα της εξαιρετικής δουλείας του.

Χρήστος Κοψαχείλης

Βιβλιογραφία:

Sergio Larrain : Valparaiso – Hazan

Sergio Larrain : London – Hazan

Sergio Larrain : Una casa en la arena – Lumen

Sergio Larrain : Photographs – Instituto Valenciana