Ken Schles (1960)

Ο Ken Schles γεννήθηκε στο Μπρούκλιν της Νέας Υόρκης το 1960, περιοχή στην οποία εξακολουθεί να ζει με την οικογένειά του μέχρι και σήμερα. Σπούδασε φωτογραφία στο Cooper Union for the Advancement of Science and Art της Νέας Υόρκης και στο New School for Social Research της Νέας Υόρκης στο οποίο είχε για καθηγήτρια τη μεγάλη φωτογράφο και σπουδαία δασκάλα Lisette Model. Μετά την αποφοίτησή του έστρεψε το ενδιαφέρον του προς τη λεγόμενη φωτογραφία ντοκουμέντου και στη φωτογραφία δρόμου. Την ίδια εποχή που η Nan Goldin καταγράφει με την εμμονή προσωπικού ημερολογίου την καθημερινότητα, τη δικιά της και των φίλων της, στρέφοντας το φακό της αποκλειστικά σχεδόν στα πρόσωπα και στους εσωτερικούς χώρους που ζουν, κινούνται, τσακώνονται άγρια ή κάνουν ερωτά τρυφερά, ο Schles δεν περιορίζει το βλέμμα του μόνο στους περίκλειστους χώρους, αλλά και στην ίδια τη πόλη που ζει.

Καθώς του αρέσει να φωτογραφίζει έχοντας στο νου του ότι οι εικόνες του θα παρουσιασθούν υπό τη μορφή ενός λευκώματος ήδη από το 1988, σε ηλικία μόλις 28 ετών, εκδόθηκε από την Twelvetrees Press το πρώτο του βιβλίο με τίτλο: «Invisible City», το οποίο έκτοτε έχει επηρεάσει μια ολόκληρη γενιά φωτογράφων. Όπως σημειώνει ο Πλάτων Ριβέλλης, το βιβλίο  “… μας δίνει πολλά φωτογραφικά μαθήματα. Ερωτοτροπεί με ένα ύφος που θυμίζει ταυτόχρονα ρεπορτάζ και κινηματογράφο – παραμένοντας όμως ξεκάθαρα φωτογραφικός. Ενώ οι εικόνες του μοιάζουν να αφηγούνται μιαν ιστορία, ίσως από το αυτοβιογραφικό ημερολόγιο του φωτογράφου, η κάθε μια καταφέρνει να είναι από μόνη της ένα σενάριο. Έτσι δεν βρισκόμαστε μπροστά σε ένα φωτορομάντζο, αλλά σε μια συλλογή στιγμών που συνθέτουν, η καθεμία ανεξάρτητα, μια τοιχογραφία ζωής. Δύο αγκαλιασμένοι άνθρωποι, ένα ζευγάρι σε μια λεωφόρο, μια πόρτα εισόδου φτωχικού διαμερίσματος, συναποτελούν ένα τρυφερό και βίαιο σύνολο από εικόνες που η κάθε μια στοιχειοθετεί μια ψηφίδα του και συνάμα μια περίληψή του…”.

Στην “Αόρατη Πόλη” ο Schles αρνείται να μας δώσει η παραμικρή πληροφορία για τον εαυτό του, για την ζωή του, ούτε καν για την ηλικία του ή τον τόπο καταγωγής του. Αυτό το πανέξυπνο εύρημα του marketing σε συνδυασμό με τις πολύ παράξενες και ταυτόχρονα πολύ ενδιαφέρουσες φωτογραφίες του βιβλίου εξάπτουν τη περιέργεια του ενήμερου και ψαγμένου κοινού. Ο Αντώνης Κυριαζάνος παρουσιάζει το βιβλίο και το φωτογράφο στο 6ο τεύχος του περιοδικού Φωτοχώρος, τον Απρίλιο του 1996, με το τίτλο “Invisible City – Η Αφή του Αόρατου”. 

«Πώς φωτογραφίζεται μια πόλη, όταν είναι η πόλη σου, όταν ζεις σ’ αυτήν, όταν η καθημερινή τριβή με το τοπίο της ουσιαστικά την εξαφανίζει από τα μάτια σου; Άνθρωποι, δρόμοι, βιτρίνες, οικοδομήματα, κάθε μέρα στην θέση τους, στην τραγική τους ακινησία, στην θλιβερή τους μονιμότητα, χάνουν σιγά σιγά το πρώτο τους μυστήριο, την έκπληξη του καινούργιου, αποβαίνουν με τον καιρό κουραστικά οικεία, εν τέλει αόρατα. Πώς φωτογραφίζεται λοιπόν η πλήξη, το γνωστό, το αόρατο;

Ο φωτογράφος Ken Schles, αγνώστων λοιπών στοιχείων, αφού αρνείται να μας πληροφορήσει γι αυτά στο βιβλίο του, δίνει μία ενδιαφέρουσα όσο και συναρπαστική απάντηση στο ερώτημα με το λεύκωμα “Invisible City. Τίτλος χαρακτηριστικός και απροκάλυπτα εξομολογητικός, τόσο για το πρόβλημα, όσο και το αποτέλεσμα της φωτογράφισης, μας εισάγει χωρίς περιστροφές στην (φωτογραφική) ξενάγηση της πόλης με την ευρύτερή της έννοια. Κι εδώ, άνθρωποι, δρόμοι, οικοδομήματα, αυλές, εσωτερικά δωματίων, μπαρ, φωτισμένες προσόψεις, διάδρομοι, τουαλέτες, αλλά και αγαπημένα πρόσωπα τού φωτογράφου συναντιόνται σε μια τρεμάμενη εικόνα, άλλοτε τρομακτική στην ένδειά της, γυμνή στην εκκωφαντική σιωπή της, άλλοτε θορυβώδη στην ανθρώπινη πυκνότητα, στις φωτοχυσίες των δημόσιων λαμπτήρων, των διαφημιστικών επιγραφών. Ο Ken Schles, “γυμνός” κι αυτός από κάθε βιογραφικό στοιχείο, καλλιτεχνικές προθέσεις, επεξηγηματικές εισαγωγές και λεζάντες, παραθέτει την “πόλη” του όπως την ζει στο εικοσιτετράωρό του. Η ικανότητά του να υπερβαίνει το ορατό, το οικείο, το πραγματικό, μέσω της τέχνης του, επιμερίζει τις εικόνες του σε κάθε θεατή που έχει και ζει την εμπειρία της μεγαλούπολης.

Ευαίσθητο φιλμ, εμφανής κόκκος, φλουταρισμένες φωτογραφίες, λευκά και μαύρα να εξαφανίζουν τις λεπτομέρειες. Ο Schles μοιάζει συχνά να θέλει να εξαφανίσει, παρά να παρουσιάσει, για να κρατήσει έτσι τον πυρήνα της στιγμής, το σχήμα απαλλαγμένο από το επιμέρους, το νοητό περίγραμμα μιας φιγούρας χωρίς τον “βιασμό” των χαρακτηριστικών της. Δεν επιλέγει τίποτα από την πόλη του. Παραθέτει ό,τι σχεδόν βρεθεί μπροστά στην μηχανή του, στην πορεία τού βλέμματός που διατρέχει εξ ίσου τη μέρα και τη νύχτα του.

Η ευρύτητα των φωτογραφιών που παρουσιάζεται στην “Αόρατη πόλη” του, από το άψυχο αστικό τοπίο μέχρι το ανθρωπομάνι, που συνωθείται στην ανωνυμία του, και από τα μισο-εγκαταλελειμμένα εσωτερικά δωματίων μέχρι τα αδιάκριτα στιγμιότυπα των ανθρωπίνων σωμάτων σ’ όλες τις λειτουργίες τους, καταργούν σχεδόν τον φακό και την αίσθησή του, σού δίνουν την εντύπωση πως είσαι κι εσύ εκεί, αόρατος στην αόρατη πόλη.

Αυτό το φευγαλέο που διατρέχει την φωτογραφία του Schles, χλομιάζει τελικά την ταυτότητα του χώρου, αφήνει το κοινό σε όλους αίσθημα της πόλης να επικοινωνήσει με όσους την ζουν, παντού επί της γης. Διάλεξε τον πιο ενδεδειγμένο τρόπο για να μετατρέψει το κοινότυπο σε μυστηριακό, το χαλαρό και αδιάφορο σε εκρηκτικό. Απέδειξε πως το φωτογραφικό αποτέλεσμα (οφείλει να) απέχει από το υλικό ερέθισμα, να αποδίδει τον τόκο της τέχνης, αν θέλει να ανήκει σ’ αυτήν.

Η “Αόρατη Πόλη” μας διδάσκει και την χρήση του υπερευαίσθητου φιλμ, την χρήση του φακού, όταν όλα αυτά δεν γίνονται άσκοπα, σαν εφέ, αλλά προκύπτουν από την ανάγκη, την άποψη για το τί θες να δείξεις. Ο χρόνος στην φωτογραφία -ένα θέμα λεπτό και για πολλούς δυσνόητο – στην “Αόρατη Πόλη”, γίνεται μάθημα για το πώς εγκλωβίζεται αβίαστα στο χαρτί. Πώς διαρκούν χωρίς να φθείρονται οι εικόνες και οι στιγμές, χάρη στην ένταση και την καθολικότητά τους. Στο λεύκωμα του Ken Schles βλέπουμε φωτογραφίες. Το ποικίλο περιεχόμενό τους, το θέμα (που για άλλους είναι ο πονοκέφαλος για άλλους επώδυνες και πολυμήχανες κατασκευές) υπάρχει σαν έρεισμα για να εξισωθούν τέλος όλα σε μιαν ισοδύναμη οπτική κραυγή. Κι αυτό γίνεται η φωνή τού φωτογράφου, όταν προσεγγίζει με γνώση, με αγάπη και με τόλμη τόσο την τέχνη του, όσο και την πόλη που βιώνει».

Το “Invisible City” έγινε πολύ γρήγορα ένα καλτ βιβλίο. Παρά το γεγονός ότι ορισμένοι κριτικοί απέρριψαν το φορμά του βιβλίου ως πάρα πολύ μικρό, ενώ αρνητικά σχόλια γράφτηκαν και για τον τρόπο παρουσίασης των φωτογραφιών στις σελίδες του χαρακτηρίζοντάς τον “αντι-φωτογραφικό”, οι New York Times το επέλεξαν ως ένα από τα αξιοσημείωτα βιβλία της χρονιάς. Όταν μάλιστα ο Peter Galassi, ενθουσιασμένος με τη δουλεία του Schles, διοργάνωσε μια έκθεση με τις φωτογραφίες της “Αόρατης Πόλης” στο MoMA, η φήμη του βιβλίου απογειώθηκε και τα αντίτυπα του εξαντλήθηκαν. Βρίσκονταν πια στις βιβλιοθήκες των συλλεκτών και η τιμή του έφτασε στα ύψη. Με τις δημοπρασίες στο Διαδίκτυο να γίνονται όλο και πιο δημοφιλείς οι τιμές των αντιγράφων του βιβλίου εκτινάχτηκαν στα 800, στα 1.200, ακόμη και στα 2.000 δολάρια!

Το 2011 και εν όψει της επετείου της συμπλήρωσης 25 ετών από την πρώτη έκδοση (1988) του “Invisible City”, ο Schles αποτάθηκε εκ νέου στον Jack Woody, τον εκδότη της Twelvetrees Press, κυρίως γιατί είχε συνειδητοποιήσει ότι μπορεί μεν οι φανατικοί του είδους να γνώριζαν την “Αόρατη Πόλη” οι νέοι όμως λάτρεις της φωτογραφίας την αγνοούσαν. Η ιδέα της ανατύπωσης δεν ενθουσίασε τον εκδότη καθώς η τεχνολογία για την εκτύπωση με φωτοχαρακτική, που είχε χρησιμοποιηθεί για την αρχική έκδοση και στην οποία οφειλόταν ένα μεγάλο μέρος της ομορφιάς και της ποιότητας του βιβλίου, είχε εγκαταλειφθεί και κανείς δεν ήθελε να χάσει αυτή την αρχική αίσθηση του βιβλίου. ‘Όμως, μέσα σε λίγους μήνες, συνέβησαν διάφορα γεγονότα που συνωμότησαν όχι μόνο στο να επανεκδοθεί το “Invisible City”, αλλά και να υπάρξει και η -κατά κάποιο τρόπο- συνέχειά του. Η διαδικτυακή ομάδα PHONAR του Πανεπιστήμιου του Coventry στην Αγγλία επέλεξε την “Αόρατη Πόλη” ως το “καλύτερο αφηγηματικό φωτογραφικό βιβλίο” (best narrative photobook). Ως εκ τούτου ο Matt Johnston, ο οποίος είχε πρωτοστατήσει στο στήσιμο της PHONAR, κάλεσε τον Schles και του ζήτησε να του επιτρέψει να “ανεβάσει” το βιβλίο του, μαζί με άλλα διαφόρων επιλεγμένων φωτογράφων, σε μια online πλατφόρμα που είχε ονομάσει The Photobook Club, σε μια προσπάθεια να κάνει αυτά τα έργα γνωστά σε ένα νέο κοινό. Παράλληλα ο γκαλερίστας Howard Greenberg έδειξε το βιβλίο στον εκδότη Gerhard Steidl επειδή ήξερε ότι ο Steidl είχε αναπτύξει μια νέα μέθοδο εκτύπωσης η οποία προσομοίαζε ποιοτικά και αισθητικά στη παλιά μέθοδο της φωτοχαρακτικής. Ο Steidl ενδιαφερόταν να επανεκδώσει επιλεγμένα παλαιότερα βιβλία που βρίσκονταν εξαντλημένα εκτός κυκλοφορίας και έτσι ο Greenberg σκέφτηκε ότι το “Invisible City” μπορεί να ενδιέφερε τις εκδόσεις Steidl, κάτι που όντας επαληθεύτηκε με την επανέκδοση του βιβλίου το 2014. Ο Gerhard Steidl προσέφερε στον Schles την εν λευκώ επιλογή των φωτογραφιών για την ανατύπωση της “Αόρατης Πόλης”. Θα μπορούσε να αλλάξει τη μορφή ή να προσθέσει εικόνες, όπως είχε κάνει ο Kouldelka με τους “Τσιγγάνους” ή ο Davidson με το βιβλίου του για το “Subway”. Αλλά o Schles επέλεξε να αφήσει αναλλοίωτη την αρχική μορφή του βιβλίου, θεωρώντας το αναπόσπαστο μέρος της οπτικής κληρονομιάς της εποχής του. Απλά πρόσθεσε ορισμένα αποσπάσματα κειμένων, μεταξύ των οποίων των Kafka, Borges, Orwell.

Την ίδια εποχή ο Harper Levine του εκδοτικού οίκου Harper Books, ζήτησε από τον Schles να δουλέψει πάνω στην ίδια ιδέα της “Αόρατης Πόλης” με σκοπό να παρουσιάσει αυτή τη νέα δουλειά στο Μήνα Φωτογραφίας του Παρισιού. Επίσης τον πλησίασε και ο Jason Eskenazi και του ζήτησε να εκθέσουν το “Invisible City” σε ένα φεστιβάλ φωτογραφίας στην Προύσα της Τουρκίας. Πριν από αυτά τα γεγονότα ο Schles δεν είχε ξαναασχοληθεί με την “Αόρατη Πόλη” για περισσότερα από είκοσι χρόνια. Ήταν μια πρόκληση-πρόσκληση για τον Ken Schles. Έπρεπε να διασχίσει ένα όριο. Η Νέα Υόρκη είχε αλλάξει ριζικά σε σχέση με αυτήν στις φωτογραφίες της “Αόρατης Πόλης”. Η δουλειά του Schles παρέπεμπε σε μια μυθοποιημένη όψη της Νέας Υόρκης σε μια προ-Internet εποχή. Άλλωστε και η ίδια η φωτογραφία είχε αλλάξει. Ο τρόπος που κοιτάμε τις φωτογραφίες και τις μοιραζόμαστε έχει αλλάξει. Αυτά τα νέα στοιχεία συνωμότησαν ώστε να προκληθεί ένα νέο εξωτερικό ερέθισμα για φωτογράφιση. Το αποτέλεσμα αυτού του ερεθίσματος είναι το τελευταίο βιβλίο του Schles, “Night Walk“.

Ο “Νυχτερινός Περίπατος” ξεκίνησε αρχικά από την αναθεώρηση ορισμένων παλαιότερων φωτογραφιών που δεν είχαν συμπεριληφθεί στην “Αόρατη Πόλη” και από την ιδέα μιας νέας δουλείας που θα μπορούσε να συνοδεύσει την επανέκδοση του “Invisible City”. Στη συνέχεια, καθοριστικό γεγονός στην εξέλιξη αυτού του φωτογραφικού σχεδίου στάθηκε ο θάνατος των γονιών του Ken Schless. Αν και ήταν κάτι αναμενόμενο, καθώς ήταν προχωρημένης ηλικίας και είχαν και οι δύο προσβληθεί από τη νόσο του Αλτσχάιμερ (γεγονός που είχε εμπνεύσει τον Schles στη φωτογραφική ενότητα Oculus με την οποία εξερευνούσε τη σύνδεση μεταξύ των φωτογραφικών εικόνων και της μνήμης), εντούτοις η απώλεια τους και η διαδικασία του πένθους που ακολούθησε, οδήγησαν τον Schles να ξανασκεφτεί τον θάνατο τόσο του αδελφού του, το 1988, τη χρονιά που εκδόθηκε το “Invisible City”, αλλά και τόσων άλλων θανάτων νέων ανθρώπων στη δεκαετία του ΄80 από AIDS και ναρκωτικά. Οι σκέψεις αυτές τον έκαναν να ξανακοιτάξει τα κοντακτ εκείνης της εποχής από τις ημέρες του East Village, από τα οποία ξεπηδούσαν ολοζώντανες οι μνήμες όλων αυτών των ανθρώπων που είχαν αιχμαλωτιστεί σε μια αιώνια ακινησία στα φιλμ του φωτογράφου. Κι ο ίδιος ο Schles εξεπλάγην με τη ζωτικότητα των ανθρώπων στις εικόνες του και εμπνεύστηκε τις φωτογραφίες που τράβηξε και αποτέλεσαν το υλικό του “Night Walk”. Τον τίτλο του βιβλίου τον δανείστηκε από ένα ομότιτλο ποίημα του Octavio Paz που βρήκε σκαλίζοντας τα κουτιά που είχε αποθηκευμένο το υλικό της “Αόρατης Πόλης”. To ποίημα τον ξεσήκωσε για να κάνει κι αυτός τον δικό του “Νυχτερινό Περίπατο”. Κάτι που στην ξεκίνησε σαν άσκηση, εξελίχθηκε σε εμμονή και ολοκληρώθηκε με την έκδοση του βιβλίου.

Αυτά τα δύο βιβλία, το “Invisible City” και το “Night Walk” αποτελούν ορόσημα για την δεκαετία του ’80. Το πρώτο επειδή κατέγραψε την ατμόσφαιρα εκείνης της δεκαετίας, όταν τόσα πολλά πολιτιστικά φαινόμενα επικάλυπταν το ένα το άλλο μέσα σε μια στιγμή, την οποία ο φωτογράφος έπρεπε να συλλάβει πριν χαθούν όλα για πάντα. Το δεύτερο επειδή εμπνεύστηκε από τις αναμνήσεις εκείνης της εποχής, από τα θραύσματα του παρελθόντος και από τη προσπάθεια να ξορκιστούν οι θάνατοι που έχουν μεσολαβήσει. Σχετικό είναι και το απόσπασμα του T.S. Eliot με το οποίο κλείνει το βιβλίο: “Κάθε εμπειρία είναι ένα παράδοξο με την έννοια ότι ενώ είναι απόλυτη ταυτόχρονα παραμένει σχετική, και ενώ πάντα με κάποιο τρόπο σε ξεπερνά, εντούτοις ποτέ δεν μπορείς να της ξεφύγεις”

 

Χρήστος Κοψαχείλης

Πηγές:

  • Πλάτων Ριβέλλης : Σκέψεις για τη Φωτογραφία – Εκδόσεις Φωτοχώρος, 1993
  • Αντώνης Κυριαζάνος : Ken Schles, Invisible City. Η αφή του αοράτου – Περιοδικό Φωτογράφος Νο 6, 1996
  • Ken Schles – Interview by Peggy Sue Amison
  • Ken Schles : Invisible City – Εκδόσεις Twelvetrees Press, 1988 / Steidl, 2014
  • Ken Schles : Night Walk – Εκδόσεις Steidl, 2014