Lisette Model (1901-1983)

Η πιο συνηθισμένη αναφορά στο όνομα της Lisette Model είναι αυτή που την παρουσιάζει ως δασκάλα της Diane Arbus. Το τόσο προσωπικό έργο της Arbus, που χάθηκε πρόωρα (όταν το 1974 αποφάσισε να δώσει τέρμα στη ζωή της), κατέστησε διάσημη την ίδια και τις φωτογραφίες της και την Model γνωστή ως την “δασκάλα” της Αμερικανίδας φωτογράφου. Και μοιάζει αδικία το γεγονός ότι μια φωτογράφος όπως η Lisette Model δεν έγινε πρώτα γνωστή για τις φωτογραφίες της, αλλά για την ιδιότητα της ως “δασκάλας” άλλων μεγάλων φωτογράφων.

Η Model γεννήθηκε στην Βιέννη το 1901, από πατέρα Ιταλο-Αυστριακό, Εβραϊκής καταγωγής και μητέρα Γαλλίδα. Πέρασε άσχημα παιδικά χρόνια, γεγονός που την έκανε στη συνέχεια να αποφεύγει να αναφέρεται σε αυτά. Η μικρή Elise Amelie Felicie Stern, όπως ήταν το πλήρες όνομά της, πήγε σχολείο μόνο για δύο χρόνια, γιατί παρακολουθούσε μαθήματα στο σπίτι της. Ανάμεσα στους δασκάλους της ήταν και ο περίφημος μουσικός Arnold Schoenberg, με την οικογένεια του οποίου συνδέθηκε στενά. Μετά τον θάνατο του πατέρα της, το 1924, η οικογένεια της μετακομίζει στη Γαλλία. Η Lisette, που η επιθυμία της ήταν να ασχοληθεί με το πιάνο, πηγαίνει στο Παρίσι όπου συνεχίζει τις σπουδές της στη μουσική και το τραγούδι. Το 1932 όμως, εντελώς ξαφνικά και για λόγους που ποτέ δεν αποκάλυψε, εγκαταλείπει την μουσική και στρέφεται στη ζωγραφική παρακολουθώντας μαθήματα με τον Andre Lhote, μαθητές του οποίου υπήρξαν και οι Henri Cartier Bresson και George Houningen Hoene.

Σ’ αυτούς τους κύκλους γνωρίζει και τον Ρώσο ζωγράφο Evsa Model, με τον οποίο παντρεύεται το 1937. Καθώς η σκιά του πολέμου απλωνόταν για τα καλά πάνω από την Ευρώπη, η ανάγκη της για ένα σταθερό εισόδημα γινόταν επιτακτική. Επηρεασμένη από την μικρότερη αδελφή της Olga, που δούλευε ήδη ως φωτογράφος, αποφασίζει να μάθει τα βασικά της λήψης αλλά και της επεξεργασίας της φωτογραφίας με σκοπό να εργαστεί στον σκοτεινό θάλαμο. Αγοράζει μία Rolleiflex την χρήση της οποίας μαθαίνει από την πρώην φίλη του Αndre Kertesz, Rogi Andre. Μαζί της τριγυρίζει φωτογραφίζοντας στους δρόμους του Παρισιού, αμήχανη στην αρχή, μην ξέροντας τι να φωτογραφίσει. Η Rogi της δίνει την πιο σπουδαία συμβουλή όπως αργότερα αναφέρει η Model “ποτέ μην φωτογραφίζεις κάτι για το οποίο δεν ενδιαφέρεσαι με πάθος”. Πολύ σύντομα, το καλοκαίρι του 1934, κάνει μια σειρά φωτογραφιών μέσα από τις οποίες αποκαλύπτεται μια ασυνήθιστη ματιά. Σε μια επίσκεψη στην μητέρα της, σε ένα χωριουδάκι της Νίκαιας, η Model χρησιμοποιεί την παραλία σαν ένα τεράστιο υπαίθριο στούντιο και τους παραθεριστές, Άγγλους τουρίστες, ως μοντέλα σε παράξενες στάσεις.

Θεωρώντας τον κόσμο γύρω της σαν μια θεατρική σκηνή, φωτογραφίζει απομονώνοντας φιγούρες με την σκέψη ότι αυτό θα την βοηθήσει στην κατανόηση της ανθρωπότητας. Το 1938 επισκέπτεται έναν συγγενή της στη Νέα Υόρκη, γοητεύεται από την Αμερική και, μια που λίγο καιρό αργότερα ξεσπά ο πόλεμος στην Ευρώπη, αποφασίζει να μην επιστρέψει. Όταν οι οικονομίες της εξαντλούνται ζητά δουλειά σε ένα εργαστήριο που τύπωνε φωτογραφίες για τις εφημερίδες, υπεύθυνος του οποίου ήταν ο Ralph Steiner. Εκείνος ενθουσιάστηκε τόσο όταν είδε το portfolio της με τίτλο “Promenade des Anglais”, που την συστήνει αμέσως στον Alexey Brodowitch, art director του Harper’s Bazaar, ο οποίος με τη σειρά του, όχι μόνο της πρόσφερε δουλειά στο περιοδικό, αλλά την γνώρισε στον Beaumont Newhall, διευθυντή τότε του τμήματος φωτογραφίας στο Μουσείο Μοντέρνας Τέχνης (MOMA) της Νέας Υόρκης, ο οποίος την συμπεριέλαβε τον ίδιο κιόλας χρόνο (1940) σε μια ομαδική έκθεση. Πολύ σύντομα λοιπόν γνωρίζεται με τους σπουδαίους φωτογράφους εκείνης της εποχής τους Ansel Adams, Berenice Abbott, Edward Weston, Paul Strand, Margaret White. Η είσοδος της στους φωτογραφικούς κύκλους της Αμερικής έγινε τόσο αναπάντεχα και εντυπωσιακά λες και το μαγικό ραβδί κάποιας νεράιδας την είχε αγγίξει. Η επαγγελματική της επιτυχία όμως δεν ήταν ανάλογη. Το γεγονός ότι ήταν γυναίκα αποτελούσε μεγάλο εμπόδιο στην εποχή της. Εκτός από το Harper’s Bazaar, που ήταν γυναικείο περιοδικό, άλλα περιοδικά όπως το Life ή το Look απέρριπταν την δουλειά της. Δεν ήταν άλλωστε έτοιμα να δεχτούν τις απόψεις της και την αισθητική της. Το 1942 έκανε μια σειρά από φωτογραφίες μαύρων παιδιών σε αναμορφωτήρια για το Look, αλλά δεν δημοσιεύτηκαν ποτέ γιατί ο υπεύθυνος αποφάσισε να ξαναγίνει η φωτογράφηση με… λευκά παιδιά αυτή τη φορά. Ακόμη και ο Paul Strand έλεγε για τη δουλειά της πως ήταν καλή για την Ευρώπη αλλά ακατάλληλη για την Αμερική. Βέβαια η Model δεν ήταν η μόνη που είχε προβλήματα στη δουλειά της. Τις ίδιες δυσκολίες αντιμετώπιζε εκείνη την εποχή και ο Andre Kertesz, που ενώ θαύμασαν τη δουλειά του στην Ευρώπη, στην Αμερική τον υποχρέωναν σε στερεότυπες, αυστηρά επαγγελματικές λήψεις. Ό,τι ξέφευγε από τα συνηθισμένα δεν δημοσιευόταν, κάτι που απλά επιβεβαιώνεται από την απόλυση του Evans και της Lange από την ομάδα του F.S.A καθώς και με την άρνηση της έκδοσης του βιβλίου του Frank, “The Americans”, λίγα χρόνια αργότερα μια που η εικόνα της Αμερικής που παρουσίαζε το βιβλίο δεν διέθετε τίποτα από την αστραφτερή λάμψη και την πολυτέλεια που επιθυμούσε η αστική τάξη των Αμερικάνων.

Το αγαπημένο θέμα της Model ήταν οι άνθρωποι. Τους φωτογράφιζε παντού. Στους δρόμους, σε κοινωνικές εκδηλώσεις, σε λαϊκά εστιατόρια, σε καμπαρέ, σε μπαρ για ξενύχτηδες. Χαρακτηριστική είναι μια σειρά φωτογραφιών της με τίτλο “Sammy’s, Nick’s, Gallagher’s” από τα ονόματα των μαγαζιών που σύχναζε. Φωτογράφιζε τους ανθρώπους τόσο απροκάλυπτα που συχνά έδειχναν ξαφνιασμένοι. Δεν επεδίωκε να τους γνωρίσει, να συνομιλήσει μαζί τους, ούτε καν ζητούσε την άδεια τους να τους φωτογραφίσει. Επέλεγε άτομα που από μόνα τους εντυπώνονται στη μνήμη μας, πρόσωπα που θεωρούνται “ακραία” και έξω από τον κοινωνικό περίγυρο.

Παχύσαρκα σώματα, αλλόκοτες γκριμάτσες, παραμορφωμένα πρόσωπα, ζητιάνους, ανάπηρους, τυφλούς. Μεγεθύνει την εντύπωση και με τον τρόπο που φωτογραφίζει. Κοντινές λήψεις με πρόσωπα που ξεπηδούν έξω από το κάδρο, δυνατές φόρμες με σιλουέτες, δραματικά κοψίματα, αυστηρές διαγώνιες. Σε μια εποχή που το φωτορεπορτάζ θεωρείτο συναρπαστικό επάγγελμα και τα περιοδικά χρησιμοποιούσαν (και εξακολουθούν να χρησιμοποιούν) τις φωτογραφίες για να προβάλλουν στο κοινό τους μια εικόνα ενός κόσμου φανταχτερού καλοζωϊσμένου με λυμένα προβλήματα και υψηλά ιδανικά, η Model έρχεται να ταράξει αυτή την καλοφτιαγμένη αυταρέσκεια της μεσαίας τάξης, ότι δηλαδή περιτριγυρίζεται από γοητευτικούς ανθρώπους, τέλειους και “normal” από κάθε άποψη.

Χρησιμοποιεί τη σάτιρα όχι για να κοροϊδέψει τους ίδιους τους εικονιζόμενους, αλλά για να δείξει ότι η ψευδαίσθηση της φωτογραφίας των περιοδικών δεν είναι η ακριβής αντανάκλαση της πραγματικότητας. Είναι τόσο προσωπικό το ύφος της και τόσο πρωτότυπο το έργο της, που ξαφνιάζει τους κριτικούς της εποχής της και στην Αμερική αποδοκιμάζουν τη δουλειά της. Οι φωτογραφίες της εμπνέονται από τις αξίες και τις τεχνικές της ευρωπαϊκής κουλτούρας της δεκαετίας του 1930. Άφησε την Ευρώπη σε μια εποχή που οι καλλιτέχνες, οι συγγραφείς και οι κοινωνικοί σχολιαστές χρησιμοποιούσαν τη σάτιρα και την αίσθηση του παραλόγου σαν μοναδικό όπλο στην άνοδο και εξάπλωση του Γερμανικού φασισμού και της αντίληψης για την ανωτερότητα της Άριας φυλής.

Βέβαια δεν έβγαινε να φωτογραφήσει έχοντας όλα αυτά από πριν στο μυαλό της, απλά αυτά ήταν τα θέματα που κέντριζαν το ενδιαφέρον της. Η ίδια έλεγε: “Δεν θέλω να αποδείξω τίποτα. Η μηχανή είναι το εργαλείο της αποκάλυψης. Φωτογραφίζουμε όχι μόνο ό,τι γνωρίζουμε αλλά και πράγματα που δεν ξέρουμε. Συλλαμβάνεις μια στιγμή που δεν θα ξανά υπάρξει και μένει ζωντανή για πάντα. Περιτριγυριζόμαστε από χιλιάδες εικόνες. Οι περισσότερες είναι αόρατες στα μάτια μας επειδή έχουμε τυφλωθεί από την ρουτίνα. Εστιάζοντας κάπου τον φακό βάζω ένα ερώτημα. Και μερικές φορές η φωτογραφία δίνει την απάντηση. Τελικά δεν είμαι κάποια που ξέρει κάτι ή που θέλει να υποδείξει, αντιθέτως είμαι αυτή που μαθαίνει. Όταν φωτογραφίζω λέω στον εαυτό μου, ας δούμε τι γίνεται στον κόσμο, ας το ψάξουμε, πώς φαίνονται αυτοί οι άνθρωποι, τι υποτίθεται ότι σημαίνουν; Φωτογραφίζω τόσο ελεύθερα που αν δεν εμφάνιζα μόνη μου τα φιλμ μου δεν θα ήξερα αν οι φωτογραφίες ήταν δικές μου”.

Η Model ενδιαφερόταν έντονα για τη μαύρη αμερικάνικη τέχνη και θαύμαζε ιδιαίτερα την Αφροαμερικάνικη μουσική και λογοτεχνία. Όπως πολλοί Ευρωπαίοι της γενιάς της αγαπούσε την jazz και σύχναζε στα μέρη που μπορούσε να ακούσει τους μουσικούς της. Έκανε πολλά πορτραίτα μουσικών της jazz της δεκαετίας του ’50, ανάμεσα τους και μια εκπληκτική φωτογραφία της Billy Holiday, νεκρής στο φέρετρο της. Σκόπευε μάλιστα να εκδώσει και ένα βιβλίο, αλλά δεν ολοκλήρωσε ποτέ αυτή την ιδέα της.

Ένα άλλο θέμα που την απασχόλησε φωτογραφικά ήταν τα πόδια ανθρώπων σε βηματισμό. Έστεκε καθημερινά στο οικονομικό κέντρο της Νέας Υόρκης, την Wall Street, τις μεσημεριανές ώρες της μεγάλης κίνησης. Με μια ριζοσπαστική αίσθηση της σύνθεσης γάμπες, πόδια, παπούτσια, τακούνια, μετατρέπονται από την κίνηση σε σιλουέτες κόντρα σε ένα αφαιρετικό φόντο πεζοδρομίων ή βρεγμένων δρόμων. Πρωτότυπη ήταν και η θέση από την οποία σκόπευε, με τη μηχανή χαμηλά έτσι ώστε η προοπτική να μοιάζει με το βλέμμα ενός μικρού παιδιού ή ενός ζητιάνου που κάθεται στο πεζοδρόμιο.

Από το 1951 αρχίζει να διδάσκει στο New School και από τότε η φωτογραφική της δραστηριότητα ελαττώνεται σημαντικά. Στα τριάντα χρόνια που δίδαξε δημιούργησε γύρω από το όνομα της ως δασκάλα έναν μύθο, ικανό να προσελκύει ακόμη και έμπειρους και καταξιωμένους φωτογράφους στα μαθήματα της. Η Diane Arbus ήταν η πιο χαρακτηριστική περίπτωση. Παρακολούθησε μαθήματα μαζί της το 1957 και η Model ήταν αυτή που την σύστησε για την υποτροφία Guggenheim το 1962. Η επιρροή της Model στο έργο της Αrbus είναι φανερή, επιρροή που οφείλεται κυρίως στην έντονη προσωπικότητα της σαν δασκάλα και όχι σε αυτό καθ’ αυτό το φωτογραφικό της έργο. Άλλωστε και ο τρόπος που αντιμετώπιζαν τους ανθρώπους όταν φωτογράφιζαν ήταν εντελώς διαφορετικός. Για την Model ο κόσμος φάνταζε σαν μια σκηνή θεάτρου και η ίδια έψαχνε για να βρει τις δυνατές προσωπικότητες που θα την συγκινούσαν. Αντίθετα για την Diane Arbus ο κόσμος που φωτογράφιζε ήταν έντονα πραγματικός. Τα μοντέλα της δεν υποδύονται κανένα ρόλο. Παρουσιάζονται έτσι όπως ακριβώς είναι, με την Arbus εντελώς αποστασιοποιημένη, χωρίς ίχνος συμπάθειας ή ειρωνείας απέναντι τους.

Οι μαθητές της Model δεν είχαν την ευκαιρία να βλέπουν τη δουλειά της. Η ίδια δεν τους έδειχνε ποτέ τις φωτογραφίες της και οι συμμετοχές της σε ομαδικές εκθέσεις, όπως αυτή στην περίφημη “The family of the Man” το 1955, δεν ήταν αρκετές για να κάνουν το έργο της ευρύτερα γνωστό. Χρειάστηκε η επιμονή του Gerhard Sander, εγγονού του περίφημου Γερμανού φωτογράφου August Sander, ο οποίος διηύθυνε μια γκαλερί στη Νέα Υόρκη, για να πεισθεί η Model για μια μεγάλη αναδρομική της έκθεση το 1976. Και πάλι ήταν ο ίδιος ο Sander εκείνος που προθυμοποιήθηκε να τυπώσει τα παλιά αρνητικά της γιατί η ίδια εύρισκε συνεχώς προφάσεις για να αναβάλλει αυτήν την έκθεση. Ένα αργότερα χρόνο, το 1977, εκδόθηκε και η πρώτη της μονογραφία από τις εκδόσεις Aperture, αλλά ήδη τότε η Model ήταν 77 χρονών. Πέθανε το 1983 και σε μια από τις τελευταίες της συνεντεύξεις εξέφρασε την έντονη επιθυμία της να την θυμούνται περισσότερο σαν φωτογράφο και λιγότερο σαν δασκάλα.

 

Χρήστος Κοψαχείλης

Βιβλιογραφία:

Lisette Model : Retrospectiva 1937-1970 – Instituto Valenciana