Moby (1965-)

Το γεγονός ότι όλα τα κινητά τηλέφωνα στις μέρες μας είναι εν δυνάμει και φωτογραφικές μηχανές έχει δώσει την ψευδαίσθηση στους κατόχους τους να θεωρούν ασυζητητί τους εαυτούς τους φωτογράφους.  Επιπλέον η ευκολία ανεβάσματος των φωτογραφιών στο διαδίκτυο και το κυνήγι της επιβράβευσης αυτών των προσπαθειών με likes από σχετικούς (?) και άσχετους, τους έχει διατρανώσει τη πεποίθηση ότι είναι και καλοί φωτογράφοι.  Σε αυτή τη παγίδα έχουν πέσει και διακεκριμένοι καλλιτέχνες άλλων Τεχνών – ηθοποιοί, σκηνοθέτες, μουσικοί και τραγουδιστές – με αποτέλεσμα να πληθαίνουν τα λευκώματα με συλλογές φωτογραφιών τραβηγμένες από διάσημους. Προφανώς και εννοείται ότι θα πρέπει είναι διάσημοι, γιατί πως αλλιώς θα έπειθαν τους εκδότες να τους εκδώσουν αυτά τα τόσο μεγάλα και πολυτελή λευκώματα. Αν και τα περισσότερα απλώς επιβεβαιώνουν τη ματαιοδοξία των καλλιτεχνών  και εκδίδονται επειδή υπογράφονται από ένα όνομα-κράχτη, εν τούτοις υπάρχουν και φωτεινές εξαιρέσεις κυρίως από καλλιτέχνες που ασχολήθηκαν σοβαρά και με τη φωτογραφία παράλληλα με τη τέχνη τους για την οποία έγιναν γνωστοί.  Ο γεννημένος στο Κονέκτικατ (1965) Richard Melville Hall είναι περισσότερο γνωστός με το ψευδώνυμο Moby που υιοθέτησε από το περίφημο βιβλίο του Χέρμαν Μελβίλ “Μόμπι Ντικ”. Έχει κάνει μεγάλη καριέρα στη σύγχρονη μουσική σκηνή, καθώς τραγουδάει και παίζει πλήκτρα, κιθάρα, μπάσο και ντραμς, ενώ γράφει και συνθέτει μόνος του τα τραγούδια του. Εμφανίστηκε στη δισκογραφία το 1992 με το ομώνυμο άλμπουμ του, αλλά τη μεγαλύτερη επιτυχία του την έκανε το 1999 όταν κυκλοφόρησε το Play, ένα μείγμα chill-out, ambient και ηλεκτρονικής μουσικής, το οποίο έγινε ένα εμπορικό και πολιτιστικό φαινόμενο, πουλώντας πάνω από 10 εκατομμύρια αντίτυπα σε όλο τον κόσμο. Μέχρι σήμερα είναι το ηλεκτρονικό άλμπουμ με τις περισσότερες πωλήσεις που κυκλοφόρησε ποτέ. Τα δεκαοκτώ τραγούδια του είχαν μια άνευ προηγουμένου ζήτηση για σάουντρακ σε ταινίες και για εμπορικές διαφημίσεις. Αυτό που δεν είναι και τόσο γνωστό για τον Moby είναι ότι ασχολείται παράλληλα με τη φωτογραφία όσα χρόνια ασχολείται και με τη μουσική.

Ήταν 9 χρονών, το 1974, όταν ξεκίνησε να σπουδάζει μουσική και την ίδια εποχή ένας θείος του τού χάρισε την πρώτη του πραγματική φωτογραφική μηχανή, μια μεταχειρισμένη Nikon F. Ο θείος του, ο Joseph Kugielsky, ήταν φωτογράφος στη New York Τimes και στο National Geographic και εκείνη την εποχή ο μικρός Richard νόμιζε ότι ο θείος του έκανε την πιο λαμπερή δουλειά στον κόσμο. Θυμάται ακόμη ότι όταν του έδωσε τη παλιά Nikon F χάρηκε τόσο πολύ, σαν να του είχε προσφερθεί δώρο από τους θεούς. Ήταν μια θρυλική μηχανή, η πρώτη reflex, με βαριά μεταλλική κατασκευή και πολύ καλής ποιότητας φακούς – καμιά σχέση με τις instamatic 110 που χρησιμοποιούσε μέχρι τότε και τις κακής ποιότητας φωτογραφίες που έβγαζε. «Βέβαια τα δυο πρώτα φιλμ που τράβηξα με την F βγήκαν εντελώς μαύρα, καθώς η μηχανή ήταν εντελώς χειροκίνητη και δεν είχε ενσωματωμένο φωτόμετρο. Αναγκάστηκα να αγοράσω ένα εξωτερικό φωτόμετρο και από τότε οι φωτογραφίες βελτιώθηκαν εξαιρετικά». 

Μερικά χρόνια αργότερα ο θείος του τον εφοδίασε και με τον παλιό του μεγεθυντήρα, έναν Omega D2. Ήταν ενθουσιασμένος που γινόταν αποδέκτης όλου του μεταχειρισμένου εξοπλισμού του θείου του κάθε φορά που αυτός τον ανανέωνε. Από τότε που εξοικειώθηκε με τον σκοτεινό θάλαμο η φωτογραφία του έγινε πραγματική εμμονή. Όλη τη μέρα τράβαγε, το απόγευμα εμφάνιζε τα φιλμ και το βράδυ εκτύπωνε τις φωτογραφίες. Παράλληλα άρχισε να αποταμιεύει από το χαρτζιλίκι του για να αγοράζει φωτογραφικά λευκώματα, όπως έκανε και για να αγοράζει δίσκους. Στην εφηβεία του ήταν παθιασμένος με τον Man Ray, τον Andre Kertesz, την Diane Arbus. «Κάπως περίεργο να έχεις εμμονή με νεκρούς φωτογράφους όταν είσαι 16 ετών. Δεν είχα τη δυνατότητα να επεξεργαστώ έγχρωμα φιλμ και έτσι το ενδιαφέρον μου στράφηκε αποκλειστικά στην ασπρόμαυρη φωτογραφία και στους σπουδαίους φωτογράφους που ασχολήθηκαν μόνο με το ασπρόμαυρο και ευτυχώς εκείνη την εποχή ήταν οι περισσότεροι».

Με το πέρασμα των χρόνων επέλεξε να δίνει τα αρνητικά του σε ένα επαγγελματικό εργαστήριο φωτογραφιών, κάτι που του επέτρεψε να αποφεύγει τη δουλειά στο θάλαμο και να κερδίζει περισσότερο χρόνο για δημιουργία. Η ζωή του εκείνη την εποχή ήταν απλή: έπαιζε μουσική, πήγαινε στη σχολή, όπου παρακολουθούσε μαθήματα φιλοσοφίας και φωτογραφίας (αν και δεν αποφοίτησε ποτέ), τράβαγε φωτογραφίες και εργαζόταν περιστασιακά σαν d.j για να μπορεί να πληρώνει το ένοικο, το οποίο ήταν 50 δολάρια το μήνα, καθώς έμενε σε ένα εγκαταλελειμμένο εργοστάσιο. Κατά καιρούς χρησιμοποίησε μηχανές μεγαλύτερου φορμά, πειραματίστηκε μάλιστα και με μια τεράστια μηχανή 1Χ1 μέτρο φτιάχνοντας μαζί με έναν φίλο του τα δικά τους φωτοευαίσθητα υλικά επαλείφοντας επιφάνειες με φωτογραφικό γαλάκτωμα, αλλά πάντα επέστρεφε στη μηχανή 35 χιλιοστών επειδή: «…μου άρεσε το συγκεκριμένο μέγεθος και η αναλογία των διαστάσεων του. Μου άρεσε επίσης και ο κόκκος που έβγαζαν τα φιλμ των 35 χιλ και ακόμη θυμάμαι το πόσο ενθουσιασμένος ήμουν όταν παρουσιάστηκαν στην αγορά τα φιλμ με ευαισθησία 3200 ASA, με την ιδιαίτερα χονδρόκοκκη υφή τους». 

Με την εξέλιξη της τεχνολογίας απέκτησε κι αυτός μια ψηφιακή φωτογραφική μηχανή και απέσυρε τις αναλογικές φωτογραφικές μηχανές του των 35mm στην αποθήκη, όπου συνάντησαν τον μεγεθυντήρα και τον υπόλοιπο εξοπλισμό. Παραδέχεται πάντως ότι: «…μου λείπουν τα φιλμ, μου λείπει να βρίσκομαι στο σκοτεινό θάλαμο για 6 συνεχόμενες ώρες κάθε φορά. Αλλά ταυτόχρονα αγαπώ την αμεσότητα και την ευκολία επικοινωνίας της ψηφιακής φωτογραφίας, μου αρέσει η δυνατότητα του να μπορώ να τραβάω εκατοντάδες λήψεις κάθε φορά – αν και σπάνια το κάνω. Εξακολουθώ να λειτουργώ με τη λογική κάποιου που σκέφτεται ότι πρέπει να εμφανίσει το φιλμ και να εκτυπώσει τις φωτογραφίες του δηλ. εξακολουθώ να φωτογραφίζω με φειδώ. Από τεχνική σκοπιά  είμαι χαρούμενος που γαλουχήθηκα φωτογραφικά κρατώντας μια Nikon F στο χέρι και επεξεργάζοντας μόνος μου τα αρνητικά, καθώς νιώθω σαν να με βοήθησε να προσεγγίσω τη φωτογραφία διαφορετικά και να αποφύγω όλη αυτή τη φλυαρία που κυριαρχεί στη ψηφιακή εποχή».  

Κάποια στιγμή ένιωσε την ανάγκη να εκδώσει ένα βιβλίο με φωτογραφίες που τραβούσε ενώ βρισκόταν σε περιοδείες για τις συναυλίες του, επειδή τα συναισθήματά του στη διάρκεια των περιοδειών είναι ανάμεικτα και παράξενα. «Οι περισσότεροι άνθρωποι κρίνοντας από τη λαμπρότητα των συναυλιών, πιστεύουν ότι κι οι περιοδείες είναι συναρπαστικές. Η αλήθεια όμως είναι ότι η περιοδεία είναι αλλόκοτα παράξενη και ορισμένες φορές βαρετή και κουραστική. Δεν παραπονιέμαι, αλλά κατά βάθος είναι περίεργα. Ζεις καθημερινά μια νομαδική εμπειρία λόγω των συνεχών μετακινήσεων. Περνάς τον περισσότερο χρόνο σου σε ανώνυμους, ουδέτερους χώρους – αεροδρόμια, ξενοδοχεία, παρασκήνια – αποκομμένος από τη φύση. Βιώνεις την έντονη αντίθεση από την απόλυτη μοναξιά ενός περιορισμένου χώρου του δωματίου του ξενοδοχείου σου στην θορυβώδη λαοθάλασσα των συναυλιών. Και πάλι, δεν παραπονιέμαι, αλλά οι περιοδείες είναι περίεργες και κατά βάθος μοναχικές». 

Το λεύκωμα “Destroyed” κυκλοφόρησε το 2011 από τις εκδόσεις Damiani και ο στόχος του Moby ήταν να καταφέρει, με κάποιο τρόπο, να οπτικοποιήσει και να μεταφέρει στους θεατές την πολυπλοκότητα των καταστάσεων που βίωνε στις τουρνέ. Την αντιπαράθεση του μεγαλείου της ώρας της συναυλίας με τις ατέλειωτες πληκτικές ώρες των μετακινήσεων, της αναμονής και της προσμονής που μεσολαβούν ανάμεσα στους σταθμούς μιας περιοδείας. «Τη μια στιγμή βρίσκεσαι μόνος σου σ’ ένα απρόσωπο αεροδρόμιο και την άλλη πετάς πάνω από τα πιο όμορφα τοπία του πλανήτη. Το ένα λεπτό είσαι μόνος και αγχωμένος στα παρασκήνια και το επόμενο λεπτό στέκεσαι πάνω στη σκηνή μπροστά σε 75.000 άτομα. Οι φωτογραφίες του λευκώματος είναι η σύνοψη όλων αυτών των αντιθέσεων και των παραδοξοτήτων. Ταλαντεύονται από την ερημική κενότητα των χώρων αναμονής στις ασφυκτικά γεμάτες αίθουσες συναυλιών, από την αλλόκοτη μοναξιά του περιοδεύοντα καλλιτέχνη στην υπερένταση ενός συναθροισμένου πλήθους και αυτό ακριβώς έχω στο μυαλό μου όταν φωτογραφίζω». 

Από τις 55 φωτογραφίες του λευκώματος οι μόνες σχετικά αδιάφορες είναι αυτές που εικονίζουν το κοινό της συναυλίας τραβηγμένες από τη σκηνή. Μοιάζουν να είναι (και τελικά είναι) απλώς αναμνηστικές. Άλλωστε πως θα μπορούσε να γίνει και διαφορετικά? Ο Moby δεν έχει τη δυνατότητα να ελέγξει το κάδρο του. Η θέση του είναι δεδομένη: πρέπει να είναι πάνω στη σκηνή. Ούτε η προσοχή του είναι επικεντρωμένη στη φωτογραφία, την ίδια στιγμή δίνει μια συναυλία. Αυτές οι αδύναμες φωτογραφίες του άλμπουμ επιβεβαιώνουν τη πεποίθηση ότι δεν αρκεί ένα αβανταδόρικο θέμα για να προσδώσει αξία στη φωτογραφία. Χρειάζεται και η συμμετοχή (αλλά και η ικανότητα) του φωτογράφου για να υπερβεί τη πραγματικότητα. Αρκετές χιλιάδες συναθροισμένου και παραληρούντος πλήθους είναι ένα πολύ ενδιαφέρον θέαμα, αλλά αυτό από μόνο του δεν είναι ικανό για να κάνει ενδιαφέρουσα μια φωτογραφία. Παρά μόνο για να τη μοιράσει την επομένη ο ατζέντης του στα μέσα, τρίβοντας τα χέρια του με ικανοποίηση από την εισπρακτική επιτυχία της συναυλίας.

Οι ενδιαφέρουσες εικόνες του λευκώματος έχουν γίνει όταν ο Moby όχι μόνο αφιερώνεται  αποκλειστικά στη φωτογραφία, αλλά πολύ περισσότερο, όταν γαντζώνεται από αυτήν για να καλύψει τις ατέλειωτες ώρες της μοναξιάς του που μεσολαβούν από τη μια συναυλία στην άλλη κατά τη διάρκεια μιας περιοδείας. Σκηνές από τους εσωτερικούς χώρους των αεροδρομίων, η κοινότυπη θέα από το μπαλκόνι του δωματίου, ένας άδειος νυχτερινός δρόμος που τον διασχίζει επιστρέφοντας μετά τη συναυλία, του δίνουν την ευκαιρία να μας αποδείξει ότι ξέρει τι είναι φωτογραφία, πόσο ανεξάρτητη είναι η αξία της από το θέμα που περιγράφει  και πόσο καλός μπορεί να γίνει ο ίδιος μεταμορφώνοντας και δίνοντας καλλιτεχνικό ενδιαφέρον σε μια αδιάφορη πραγματικότητα. Η μοναχική αντανάκλαση του φωτογράφου πάνω στον καθρέφτη καθώς στρέφει το φακό του προς το εσωτερικό του πολυτελούς, αλλά μοναχικού δωματίου του, η ερημιά των απέραντων σύννεφων τραβηγμένων από το παράθυρο του αεροπλάνου και τα εκατομμύρια φώτα που λαμπυρίζουν μέχρι πέρα στον ορίζοντα καθώς κοιτά έξω από το παράθυρό του ξενοδοχείου, μας αποκαλύπτουν τα συναισθήματα που έγιναν η αφορμή για τη λήψη των φωτογραφιών.

«Έκανα αυτή η φωτογραφία όταν ταξίδευα στο Σικάγο το 2008 και υπέφερα από τη συνηθισμένη αϋπνία μου. Καθισμένος στο παράθυρο του ξενοδοχείου στις 4 το πρωί, κοιτάζοντας έξω στην πόλη, ήμουν γεμάτος με μια περίεργη αίσθηση περιέργειας. Η σκηνή που αντίκριζα ήταν σαν ένα τέλειο σκηνικό από τις ταινίες επιστημονικής φαντασίας που παρακολούθησα στη δεκαετία του ’70. Η σύνθεσή του είναι απίστευτα απλή: μπορείτε να δείτε περίπου 50 μίλια μακριά στον ορίζοντα, και σε κάθε τελευταία ίντσα γης, υπάρχουν φώτα που φωτίζουν τους έρημους δρόμους. Ανθρωπολογικά, τίθεται το ερώτημα: γιατί, ως είδος, υποχρεούμαστε να χτίσουμε σε ορθές γωνίες; Εάν περπατάτε μέσα σ’ ένα δάσος, όλα περιστρέφονται και στριφογυρίζουν, έτσι μου φαίνεται περίεργο ότι η ανθρώπινη συμβολή στη φυσική τάξη ήταν η ορθή γωνία».

Το φωτογραφικό λεύκωμα συνοδεύεται κι από ένα ομότιτλο άλμπουμ μουσικής – ο ίδιος επιμένει και εξακολουθεί να αποκαλεί ‘albums’ ακόμη και τα CD. Η μουσική στο άλμπουμ γράφτηκε κατά κύριο λόγο στη διάρκεια της περιοδείας και, ως επί το πλείστον, σε δωμάτια ξενοδοχείων στις 3 π.μ. όταν αυτός ήταν ακόμη ξύπνιος ενώ όλοι οι άλλοι κοιμόντουσαν. Η μουσική του ‘destroyed’ και οι φωτογραφίες που περιλαμβάνονται στο ‘destroyed’ συνομιλούσαν και αλληλοεπηρεάζονταν, καθώς και τα δύο δημιουργήθηκαν την ίδια χρονική περίοδο στα ίδια περίπου περιβάλλοντα και εμπνεύστηκαν από τις ίδιες προσλαμβάνουσες.

«Δεν είχα κάτι συγκεκριμένο στο μυαλό μου όταν τραβούσα αυτές τις φωτογραφίες, ούτε είχα προσχεδιάσει την έκδοση του λευκώματος, καθώς σχεδόν πάντα παρακινιόμουνα τυχαία και φωτογράφιζα ότι μου φαινόταν ενδιαφέρον χαζεύοντας έξω από ένα παράθυρο ή αφήνοντας το βλέμμα μου να περιπλανηθεί στο δωμάτιο ή κοιτάζοντας  μια θάλασσα ανθρώπων στις συναυλίες. Σ’ αυτή την σχεδόν τυχαία προσέγγιση ένιωθα ότι εμπνεόμουν από τη δουλειά του Andre Kertesz, καθώς οι δικές του φωτογραφίες μου φαίνονταν πάντα τόσο τυχαίες, αλλά και τόσο πειστικές ταυτόχρονα εμπεριέχοντας γαλήνη και ομορφιά.  Ένας από τους στόχους μου όταν φωτογραφίζω είναι να παίρνω το φυσιολογικό και να το παρουσιάζω ως κάτι παράξενο και το περίεργο ως κανονικό. Ή, τουλάχιστον, να παίρνω το καθημερινό και να το παρουσιάζω με έναν τέτοιο τρόπο που ο καθένας να μπορεί να το βλέπει διαφορετικά. Α!, με την ευκαιρία θα ήθελα να ευχαριστήσω τον καθένα ξεχωριστά που έρχεται στις συναυλίες μου. Σας ευχαριστώ γιατί χωρίς εσάς πιθανότατα θα έμενα στο σπίτι μου και θα τράβαγα βαρετές φωτογραφίες στην κουζίνα μου, σας ευχαριστώ που με ωθείτε να βγαίνω έξω στον κόσμο και να βλέπω τα περίεργα και τα τετμημένα και τα πανέμορφα και τα μεγαλειώδη και τα ενοχλητικά πράγματα που διαφορετικά δεν θα ήμουν σε θέση να δω».