Joel Meyerowitz (1938)

Πενήντα χρόνια τώρα ο Joel Meyerowitz κάνει απλά αυτό που του δίνει τη μεγαλύτερη χαρά. Βγαίνει έξω με την φωτογραφική του μηχανή και περπατά στους δρόμους, στα σοκάκια, στους κήπους στις παραλίες, κοιτάζει με ένταση και φωτογραφίζει ότι του προκαλεί τον θαυμασμό. Είναι σίγουρος πως όπου σχεδόν και αν βρεθεί, αν παρατηρήσει προσεκτικά, όλο και κάτι ενδιαφέρον θα ξεπροβάλει μέσα από το θορυβώδες πλήθος ή το κενό μπροστά του. Πρέπει όμως να αφοσιωθεί σε αυτό, να δώσει όλη του την προσοχή. Τότε μόνο κάτι ταπεινό, καθημερινό και ασήμαντο θα μεταμορφωθεί μέσα σε ένα ελάχιστο θραύσμα του χρόνου σε κάτι σπουδαίο και αιώνιο Μέσα από τις φωτογραφίες του προβάλλει το τοπίο της σύγχρονης Αμερικής – φυσικό και κοινωνικό. Ο Meyerowitz το περιγράφει με ήρεμο τρόπο με μια οπτική κομψότητα συνήθως με απαλά χρώματα, είτε φωτογραφίζει με μια Leika στους δρόμους, είτε στήνει την βαρεία 8×10 ιντσών Deardorff σε μέρη όπως το Cape God, το St. Louis και την Atlanta. Καταπιάνεται με τις λεπτές αποχρώσεις της ατμόσφαιρας ή με την έντονη αντίθεση που προσφέρει ένα δυνατό χρώμα σε μια συνηθισμένη σκηνή που σπάει την αίσθηση της καθημερινότητας, αποκαλύπτει την πρωτοτυπία της και οδηγεί τον θεατή προς το μυστήριο.

Ο Meyerowitz γεννήθηκε το 1938 στη Νέα Υόρκη, όπου και συνεχίζει να ζει. Από το 1955 ως το 1959 σπούδασε ζωγραφική και ιατρικό σχέδιο στο κρατικό πανεπιστήμιο του Οχάιο. Μετά τις σπουδές του γύρισε πίσω στη Νέα Υόρκη όπου εργάστηκε για τρία χρόνια σαν art director σε μια διαφημιστική εταιρία. Μέχρι το 1962, που συνεργάστηκε με τον Robert Frank σε μια εμπορική δουλειά, τη φωτογράφιση ρούχων για ένα κατάλογο. Ο Meyerowitz παρακολούθησε τον Frank καθώς φωτογράφιζε και εντυπωσιάστηκε από την απίστευτη επιδεξιότητα του να φωτογραφίζει ανθρώπους εν κινήσει. Η φωτογράφιση είχε γίνει σε εξωτερικούς φυσικούς χώρους. Επιστρέφοντας στο γραφείο, ο Meyerowitz περπάτησε στους δρόμους της Νέας Υόρκης για περισσότερο από μία ώρα. “Ένιωσα σαν να βλέπω τις σκηνές του δρόμου με έναν τρόπο που δεν είχα δει ποτέ πριν”, λέει. Όταν επέστρεψε στο γραφείο, ο Meyerowitz είπε στο αφεντικό του, τον Harry Gordon, ότι ήθελε να παραιτηθεί για να γίνει φωτογράφος. Ο Gordon του έκανε μια κρίσιμη ερώτηση: έχεις κάμερα; Η απάντηση ήταν όχι, οπότε ο Gordon του έδωσε μια μηχανή 35 χιλιοστών και ο Meyerowitz ξεκίνησε το μεγάλο ταξίδι της ζωής του.

Το πρώιμο ύφος του ήταν επηρεασμένο από τη δουλειά του Frank. Εντυπωσιασμένος από τις φωτογραφίες του που φαίνονται να έχουν τραβηχτεί στις πιο αναπάντεχες στιγμές, κουβαλούσε διαρκώς την μηχανή μαζί του. Δεν τον είχε δει κανείς χωρίς να έχει κρεμασμένη την μηχανή στον ώμο του ή ακουμπισμένη στο πίσω κάθισμα του αυτοκινήτου του. Προσπαθούσε να αποτυπώσει την “αποφασιστική στιγμή”. Αιχμαλωτίζει μικρές στιγμές στο 1/1000 του δευτερολέπτου σαν κοφτές ανάσες, σαν τους χτύπους της καρδιάς. Θαύμαζε απεριόριστα το βιβλίο του Frank “The Americans. Κατά την γνώμη του -και όχι μόνο- “Ποτέ πριν δεν υπήρξε βιβλίο με συλλογή φωτογραφιών που να έχει την πληρότητα της λογοτεχνίας και διαύγεια της ποίησης. Πολλοί φωτογράφοι της γενιάς μου εμβάθυναν στην ματιά του και μέσω αυτής είδαν τις δύσκολες αλλά και την δύναμη της φωτογραφίας. Ήταν μεγάλη τόλμη για μας να προσπαθήσουμε να ενσωματώσουμε αυτή τη ματιά στην δική μας δουλειά”.

Θεωρεί τον εαυτό του δημιούργημα της “σχολής της φωτογραφίας δρόμου”. Ενώ, όπως δηλώνει, θαυμάζει τη δουλειά των Brassai, Kertesz, Cartier-Bresson και Evans, εν τούτοις οι πρώτες του σημαντικές επιρροές οι οποίες άναψαν το ενδιαφέρον του για την φωτογραφία εκτός από το έργο του Frank προήλθαν από την δουλειά του Eugene Atget. “Στο πάνθεον των σπουδαίων υπάρχει ο Frank όπως υπάρχει και ο Atget λέει ο Meyerowitz, είναι οι δύο πόλοι από τους οποίους έλκομαι. Ο ένας χρησιμοποιεί μια μικρή μηχανή και καταγράφει κλάσματα του δευτερολέπτου, και ο άλλος με μια μεγάλη μηχανή κοιτάζει αργά, προσεκτικά, μεθοδικά τους χώρους. Αυτοί οι δύο τρόποι παρατήρησης του κόσμου με δελέασαν από την αρχή”.

Οι πρώτες του φωτογραφίες στη δεκαετία του 1960 αποτύπωναν σε ασπρόμαυρο φιλμ σκηνές δρόμου όπως ο Garry Winogrand και ο Lee Friedlander. Η έμφυτη περιέργεια του Meyerowitz να δει έναν κόσμο διαφορετικό από τον συνηθισμένο και την επιθυμία του να αποτινάξει από πάνω του τη στερεότυπη ιδέα που έχουν, οι Ευρωπαίοι κυρίως, για τους Αμερικάνους, ότι είναι επιφανειακοί ενίσχυσαν την επιθυμία του για ένα μεγάλο ταξίδι στην Ευρώπη. Εφοδιάστηκε μάλιστα με δυο φωτογραφικές μηχανές, μία για ασπρόμαυρο φιλμ και μία για έγχρωμο με σκοπό να τραβά την ίδια σκηνή δύο φορές με δύο διαφορετικές “ματιές”. Νοίκιασε ένα αυτοκίνητο -στα πρότυπα του μεγάλου ειδώλου του, του Frank- και για δώδεκα μήνες τριγύριζε και φωτογράφιζε μέσα από το αυτοκίνητο. “Μετά από μερικές εβδομάδες κάνοντας αυτό σε τακτική βάση, είχα την αίσθηση ότι βρισκόμουν μέσα στη φωτογραφική μηχανή, σαν το αυτοκίνητο να ήταν μια camera obscura και εγώ να κοιτάζω έξω από το παράθυρο, λες και ήταν το σκόπευτρο”.

Μετά από αυτό το ταξίδι αποφάσισε να χρησιμοποιεί το έγχρωμο φιλμ για να αποτυπώσει στις φωτογραφίες του κάτι επιπλέον, το χρώμα, που με το ασπρόμαυρο δεν μπορούσε. Το χρώμα από μόνο του πρόσθετε μια άλλη διάσταση στην περιγραφή. Ένα κόκκινο ρούχο, ένα κίτρινο φως οι μπλε σκιές έπαψαν να αποδίδονται με γκρι τόνους. Ευφυέστατα όμως δεν περιορίστηκε στις αντιθέσεις των χρωμάτων ή στην εξωτερική ομορφιά που δημιουργείται με το χρώμα, αλλά το χρησιμοποίησε σαν ένα ακόμη δομικό στοιχείο της σύνθεσης της φωτογραφίας του.

Ο Joel Meyerowitz αναγνωρίζεται πλέον ως ένας από τους πρώτους και τους πιο καταξιωμένους υποστηρικτές της έγχρωμης φωτογραφίας, καθώς συνέβαλε (από τα τέλη της δεκαετίας του ’60), στην αλλαγή της στάσης του κοινού απέναντι της, από την αντίσταση στην σχεδόν καθολική αποδοχή. Έως τότε, εξαιτίας των τεχνικών δυσκολιών για τον έλεγχο των αληθινών χρωμάτων κατά την εκτύπωση αλλά κυρίως λόγω της συνήθειας να βλέπουμε τις καλλιτεχνικές φωτογραφίες στη κλίμακα των γκρίζων τόνων, η έγχρωμη φωτογραφία θεωρείτο ότι προοριζόταν μόνο για εμπορική χρήση. Ένα από τα βασικά επιτεύγματα του Meyerowitz είναι να μετασχηματίσει το “χρώμα” σε μια πλήρη γλώσσα. Ο Meyerowitz κατανόησε τη δύναμη του χρώματος και κατέστησε την έγχρωμη φωτογραφία αποδεκτή και στο καλλιτεχνικό κόσμο. Η επιβεβαίωση αυτής της προσπάθειας ήρθε το 1976, όταν ο John Szarkowski παρουσίασε στο Μουσείο Μοντέρνας Τέχνης της Νέας Υόρκης τις έγχρωμες φωτογραφίες του Meyerowitz μαζί με αυτές του, μετέπειτα διάσημου, William Eggleston.

Ο Meyerowitz είναι, πρωτίστως, ένας φωτογράφος του δρόμου. Οι σπουδαίες φωτογραφίες των προγενέστερων αποτελούσαν μια καταλυτική έμπνευση γι’ αυτόν, αλλά το έργο του Frank έθεσε τα θεμέλια για μετέπειτα δουλειά του Meyerowitz. Τριγυρίζει στους δρόμους , ενσωματώνεται μέσα στο πλήθος ψάχνοντας για εκείνη τη μοναδική στιγμή που θα γίνει μια καλή φωτογραφία. Μια χειρονομία που κάνει κάποιος στο δρόμο, ο τρόπος με τον οποίο τα ζευγάρια συμπεριφέρονται μεταξύ τους ή η αποτύπωση δύο φαινομενικά άσχετων γεγονότων που συμβαίνουν ταυτόχρονα και η σύνθεση τους στο κάδρο είναι μερικά από τα στοιχεία που αναζητά. “Η φωτογραφία γίνεται σε ένα κλάσμα του δευτερολέπτου,” λέει ο Meyerowitz. “Δεν υπάρχει πολύς χρόνος να σκεφτόμαστε πράγματα. Πρέπει να ακονίσετε το ένστικτό σας. Εξασκήστε αυτή την ικανότητα και προγραμματίστε το χρόνο σας, ώστε να είστε στο σωστό μέρος την κατάλληλη στιγμή”. Όμως το πραγματικό του κίνητρο αυτής της αέναης περιπλάνησης δεν είναι να κάνει μια ακόμη σπουδαία φωτογραφία. Θέλει να νιώθει ζωντανός και ανοικτός σε ερεθίσματα κάθε στιγμή. “Κατά μία έννοια, το αρχείο των φωτογραφιών μου είναι ένα αρχείο στιγμών συνείδησης και ευαισθητοποίησης που συνέβησαν στη ζωή μου”, λέει.

Η αίσθηση του χρόνου στις φωτογραφίες του αλλάζει όταν αφήνει την μικρή και ευέλικτη μηχανή των 35mm για να στήσει την δυσκίνητη 8×10 ιντσών View Camera. Επιλέγει τα μέρη που θα φωτογραφίσει χωρίς κανένα ιδιαίτερο λόγο. Αυτό που θεωρεί σημαντικό είναι ο τρόπος με τον οποίο κοιτά το τοπίο, απαλλαγμένος από την ρομαντική διάθεση των προγενέστερων του. Ευθυγραμμίζεται με τους εσωτερικούς ρυθμούς της δικιάς του ύπαρξης και ξαφνικά νιώθει πως βρίσκεται στο σωστό μέρος. Μπορεί να είναι η κατεύθυνση με την οποία πέφτει το φως, μπορεί να’ ναι κάτι μη ορατό, η μυρουδιά του θαλασσινού νερού αυτό που θα τον κάνει να φωτογραφίσει.

Στην αρχή της καριέρας του κέρδισε δύο υποτροφιών από το ίδρυμα Guggenheim, το 1970 και το 1974, με τις οποίες διέσχισε την Αμερική φωτογραφίζοντας με θέμα τον “ελεύθερο χρόνο”. Το αποτέλεσμα αυτής της προσπάθειας βρίσκεται συγκεντρωμένο στο βιβλίο του Still Going. Το βιβλίο του που έχει σημειώσει τη μεγαλύτερη εισπρακτική επιτυχία είναι το Cape Light (1978), καθώς έχει πουλήσει περισσότερα από 150.000 αντίτυπα στη διάρκεια της 30ετούς κυκλοφορίας του και θεωρείται πλέον ένα κλασικό έργο έγχρωμης φωτογραφίας. Ιδιαίτερο ενδιαφέρον έχει επίσης και το Wild Flowers (1983) με φωτογραφίες από τα μέσα της δεκαετίας του 1960 τραβηγμένες σε διάφορα μέρη των Η.Π.Α. αλλά και της Ευρώπης. Σε αυτό το βιβλίο ένα ενδιαφέρον παιγνίδι του θεατή είναι να ανακαλύψει το “αγριολούλουδο”, την αφορμή για τη λήψη, που τις περισσότερες φορές όχι μόνο δεν είναι το κυρίαρχο θέμα αλλά κρύβεται επιμελώς στην ταπετσαρία του τοίχου, στο βέλο της κυρίας, στην επωνυμία ενός ξενοδοχείου, ακόμη και στο τατουάζ ενός εύσωμου άνδρα.

Άλλες δουλειές του που έχουν εκδοθεί σε βιβλία είναι το St. Luis and the Arch (1980), το A Summer’s Day (1985), μια σειρά πορτρέτων με κοκκινομάλλες (Redheads), που εκδόθηκε το 1991 και μια σειρά τοπίων που τράβηξε στη Τοσκάνη (Tuscany: Inside the Light, 2003). Επίσης είναι συν-συγγραφέας του βιβλίου “Bystander: A History of Street Photography”, 1994) που αναφέρεται στην πρωτοποριακή χρήση του χρώματος στη φωτογραφία δρόμου. Το 1998 σκηνοθετεί την πρώτη του ταινία, το “Pop”, ένα προσωπικό ημερολόγιο δρόμου τριών εβδομάδων Η ταινία στην οποία ήταν και παραγωγός περιγράφει ένα ταξίδι που έκανε μαζί με το γιο του, Sasha, και τον πατέρα του, Hy. Ο Meyerowitz έχει εμφανιστεί επίσης στα ντοκιμαντέρ The Genius of Photography(BBC4, 2006), Finding Vivian Maier(2013) το οποίο αναφέρεται στην “ανακάλυψη” της ομώνυμης σημαντικής φωτογράφου-νταντάς και στο Sense of Time(2014) του Γερμανού σκηνοθέτη Ralph Goertz.

Αμέσως μετά τις επιθέσεις της 11ης Σεπτεμβρίου στη Νέα Υόρκη, ο Meyerowitz ήταν ο μοναδικός φωτογράφος που του επέτρεψαν να αποκτήσει ανεμπόδιστη πρόσβαση στο Ground Zero για να φωτογραφίσει τις σκηνές της καταστροφής. Σε λίγες μέρες, δημιούργησε ένα αρχείο χιλιάδων εικόνων που τεκμηριώνει τόσο την καταστροφή όσο και το έργο ανάκαμψης γύρω από το Παγκόσμιο Κέντρο Εμπορίου. Από αυτές ο Meyerowitz έχει επιλέξει 28 εικόνες που αποτελούν την έκθεση “Μετά την 11η Σεπτεμβρίου: Εικόνες από το Ground Zero. Μεταξύ 2001 και 2004, η έκθεση παρουσιάστηκε σε περισσότερες από 200 πόλεις σε 60 χώρες και την έχουν δει περισσότερα από τρία εκατομμύρια άνθρωποι. Η δουλειά αυτή εκδόθηκε σε βιβλίο με τίτλο:  “Aftermath: World Trade Center Archive”, το 2006.

Η πιο πρόσφατη δουλειά του δημοσιεύτηκε το 2009 στο βιβλίο Legacy: The Preservation of Wilderness in New York City Parks, (Aperture) “Η διατήρηση της άγριας φύσης στα πάρκα της Νέας Υόρκης” και αποτελεί προϊόν τρίχρονης φωτογράφισης στα πάρκα της γενέτειράς του. Το 2013, με αφορμή τη συμπλήρωση 50 χρόνων από τότε που ξεκίνησε να φωτογραφίζει, εκδόθηκε σε δυο τόμους η συλλογή “Taking My Time”, (Phaidon Press). Η αναδρομική αυτή έκδοση δεν είναι απλά μια μεγάλη συλλογή των καλύτερων στιγμών της καριέρας του. “Είναι εύκολο να φτιάξεις ένα βιβλίο με τις καλύτερες φωτογραφίες σου και να μην έχεις αναγκαστικά ένα αφηγηματικό πλαίσιο”, λέει. «Ήθελα να τηρήσω αυστηρά την χρονολογική σειρά όσο ακριβέστερα μπορούσα και να δείξω τη δική μου εξέλιξη». Το αποτέλεσμα περιγράφει την οπτική βιογραφία ενός καλλιτέχνη που για μισό αιώνα έχει αποσπάσει στιγμές – κλάσματα δευτερολέπτων – και τα έχει διατηρήσει για πάντα. Κάθε μια φωτογραφία του λευκώματος λέει και μια μοναδική ιστορία, αποτελεί συμπυκνωμένη εμπειρία της ζωής του Meyerowitz.

Εξαιρετικά προβληματισμένος με την φωτογραφία ο Meyerowitz εκφράζει εύγλωττα τη δύναμη του μέσου και την σχέση του με αυτό “Πιστεύω ότι το να υπηρετείς την φωτογραφία είναι ότι καλύτερο μπορείς να κάνεις – όχι να προσπαθείς να κυριαρχήσεις του μέσου, απλά να προχωράς με αυτό. Να πιστέψεις ότι οι φωτογραφίες μπορούν να σου πουν πράγματα για τον εαυτό σου και για τον κόσμο και εσύ να μπορείς να ανταποκριθείς σε αυτό. Η φήμη και η επιτυχία δεν είναι οι στόχοι. Σκοπός είναι να κατανοήσεις κάτι από τη δύναμη του μέσου, κάτι για το ποιος είσαι εσύ στον κόσμο και τι είναι αυτό που σου δίνει το ερέθισμα για να παρατηρείς. Διανόηση, επικοινωνία, συγκίνηση. Όλα είναι ουσιώδη. Κάποιος βγαίνει έξω για να φωτογραφίσει ξανά και ξανά, στέκεται για μια στιγμή και μεταφέρει μια εικόνα, ένα μήνυμα μια αίσθηση του χρόνου αιώνια. Δείτε πως το κάνει αυτό ο Atget.

Χρήστος Κοψαχείλης

Βιβλιογραφία:

  • Joel Meyerowitz :Cape Light – New York Graphic Society, (January 1978)
  • Joel Meyerowitz : St. Luis and the Arch – New York Graphic Society, (September 1980)
  • Joel Meyerowitz : Wild Flowers – New York Graphic Society, (June 1983)
  • Joel Meyerowitz : A Summer’s Day – Times Books, (May 1985)
  • Joel Meyerowitz : Redheads – Rizzoli, (August 1991)
  • Joel Meyerowitz & Colin Westerbeck : Bystander: A History of Street Photography – Bulfinch Press, (November 1994)
  • Joel Meyerowitz : Tuscany: Inside the Light – Sterling, (September 2003)
  • Joel Meyerowitz : Aftermath: World Trade Center Archive – Phaidon Press, (August 2006)
  • Joel Meyerowitz : Legacy: The Preservation of Wilderness in New York City Parks – Aperture, (October 2009)
  • Joel Meyerowitz : Taking My Time – Phaidon Press, (June 2013)