Saul Leiter (1923-2013)

 «Δεν έχω μια φιλοσοφική άποψη, έχω μια  φωτογραφική μηχανή.»

 Ο Saul Leiter γεννήθηκε στο Πίτσμπουργκ της Πενσυλβάνια το 1923 και ήταν γιος ενός διεθνούς φήμης ορθόδοξου Ραβίνου. Η οικογένεια του είχε παρόμοιες φιλοδοξίες και για τον Saul και έτσι από την ηλικία των 12 σπούδαζε θεολογία και ο ίδιος στο Κλίβελαντ. Εντούτοις παράλληλα ανέπτυξε έντονο ενδιαφέρον και για την τέχνη. Η πρώτη του φωτογραφική μηχανή ήταν μια Detrola που του χάρισε η μητέρα του το 1935. Αυτοδίδακτος ζωγράφος, επηρεασμένος από τους Kandinsky, Picasso, Mattise, Bonnard και Vuillard, ο ασχολήθηκε σοβαρά με τη αφηρημένη ζωγραφική και εξέθεσε τους πίνακες του σε τοπική γκαλερί. Η ενασχόληση του με την τέχνη περιέπλεκε τη σχέση του με την οικογένεια του, η οποία δεν ενθάρρυνε καθόλου αυτή τη δραστηριότητα του Saul θεωρώντας ότι θα τον αποσπούσε από τα θεολογικά καθήκοντα του. Όταν μάλιστα μια εβραϊκή εφημερίδα του Πίτσμπουργκ δημοσίευσε την αναγγελία της δεύτερης ατομική έκθεση του Saul ο πατέρας του αντέδρασε έντονα και του δήλωσε ότι ντρεπόταν για αυτόν. Καθώς η κατάσταση στο σπίτι φορτιζόταν όλο και περισσότερο, ο Saul, σε ηλικία 23 ετών παράτησε το σχολείο θεολογίας που παρακολουθούσε και επιβιβάστηκε μεσάνυχτα σε ένα λεωφορείο με προορισμό τη Νέα Υόρκη αποφασισμένος να γίνει καλλιτέχνης.

Στη Νέα Υόρκη γνωρίστηκε με τον αφηρημένο εξπρεσιονιστή ζωγράφο Richard Pousette-Dart, ο οποίος πειραματιζόταν με τη φωτογραφία. Αν και συνέχισε να ζωγραφίζει, εκθέτοντας μάλιστα μαζί με τους Jackson Pollock, Philip Guston και Willem de Kooning, η γνωριμία του με τον W. Eugene Smith κατέστησε αναπόφευκτη τη στροφή του προς τη φωτογραφία. Η φωτογραφική μηχανή, μια Rolleiflex, έγινε μια προέκταση του χεριού και του μυαλού του Leiter που τριγυρνούσε και κατέγραφε τη ζωή στη μητρόπολη. Οι φωτογραφίες του, ήρεμες μα και ζωντανές, αποτελούν προϊόντα εκλεπτυσμένης φαντασίας και οξυδερκούς βλέμματος. Το 1951 η σειρά του The Wedding As a Funeral” δημοσιεύτηκε στο περιοδικό LIFE.

Η πρώιμη δουλειά του στο ασπρόμαυρο δείχνουν το ιδιαίτερο ταλέντο του με το μέσο. Αν και ξεκίνησε να φωτογραφίζει στα τέλη της δεκαετίας του 1940, την ίδια εποχή δηλαδή που γεννήθηκε η μυθική πλέον έννοια του «φωτογράφου δρόμου», η ευαισθησία και το έργο του Leiter τον διαφοροποιούν από τις αντίστοιχες δουλειές των σύγχρονών του, όπως πχ. του Robert Frank και του William Klein. Σε αντίθεση με τα δυναμικά κάδρα και τις γεμάτες ένταση φωτογραφίες των προαναφερομένων, ο Saul Leiter χρησιμοποιεί τη φωτογραφική μηχανή με έναν εναλλακτικό τρόπο εστιάζοντας σε πιο ήσυχες ανθρώπινες στιγμές ανάμεσα στη δίνη του Μανχάταν, που του επιτρέπει να δει και να ερμηνεύσει τη πραγματικότητα με τον δικό του τρόπο. Αυτό είχε σαν αποτέλεσμα ο διευθυντής του τμήματος φωτογραφίας του Μουσείου Μοντέρνας Τέχνης της Νέας Υόρκης, Edward Steichen, να συμπεριλάβει είκοσι τρεις ασπρόμαυρες φωτογραφίες του Leiter στην ομαδική έκθεση “Always the Young Stranger,” το 1953.

Η πρώτη εμπορικά διαθέσιμη έγχρωμη φωτογραφική διαδικασία, το Autochrome, εισήχθη στις Ηνωμένες Πολιτείες το 1907. Σύντομα, ο Alfred Stieglitz και ο George Seeley άρχισαν να πειραματίζονται με αυτό, αλλά η έγχρωμη φωτογραφία αντιμετωπίστηκε σαν αυτοτελές καλλιτεχνικό μέσο μόλις στην δεκαετία του ’50, με ξεχωριστούς εκπροσώπους τον Ernst Haas, την Helen Levitt και κυρίως τον Saul Leiter. Σε μια εποχή που η έγχρωμη φωτογραφία περνούσε της παιδική της ηλικία, η ποιότητα του Leiter και τα ιδιαίτερα υποτονικά χρώματα των φωτογραφιών του τον  ξεχώρισαν ανάμεσα στους σύγχρονους του. Ήταν ίσως ο πιο ενδιαφέρων, ως προς τη χρήση της φόρμας, από όλους εκείνους τους φωτογράφους του ’50 που χρησιμοποιούσαν το χρώμα. Η τολμηρή του παλέτα, η έκκεντρή του σύνθεση και η συχνή χρήση των κάθετων γραμμών θυμίζει την γιαπωνέζικη ζωγραφική και τον αφηρημένο εξπρεσιονισμό. Στην ιστορία της αμερικάνικης φωτογραφίας, ο Stephen Shore και ο William Eggleston είναι εκείνοι που θεωρούνται πως άνοιξαν το δρόμο για την έγχρωμη φωτογραφία στις αρχές της δεκαετίας του ’70. Όμως, ο Leiter είχε αρχίσει να χρησιμοποιεί έγχρωμες διαφάνειες Kodachrome, για το προσωπικό του έργο, δύο δεκαετίες νωρίτερα. Το 1953 πραγματοποίησε την πρώτη έκθεση με έγχρωμες φωτογραφίες του στο Artist’s Club, ένα σημείο συνάντησης για πολλούς από τους εξπρεσιονιστές ζωγράφους της εποχής εκείνης.

Την ίδια χρονιά ο Leiter άνοιξε ένα στούντιο στη Bleeker Street και ξεκίνησε τον αγώνα για την επαγγελματική καταξίωση στο χώρο του πορτρέτου, της μόδας και της διαφημιστικής φωτογραφίας. Η επιτυχία ήρθε στα τέλη της δεκαετίας του 1950, όταν ο Henry Wolf καλλιτεχνικός διευθυντής του Esquire, άρχισε να δημοσιεύει στο περιοδικό επαγγελματικές φωτογραφίσεις μόδας του Leiter, συνεργασία που συνεχίστηκε αργότερα και στο Harper Bazaar. Μέχρι τα τέλη της δεκαετίας του ’70 συνέχιζε να συνεργάζεται ως φωτογράφος με μεγάλα περιοδικά μόδας όπως τα Show, Elle, British Vogue, Queen, and Nova. Στις αρχές της δεκαετίας ’80 όμως η καριέρα του Leiter είχε αρχίσει να ξεθωριάζει. Ένα πλήθος νέων φωτογράφων μόδας ήρθε στο προσκήνιο, τους οποίους ο Leiter δεν μπόρεσε να ανταγωνιστεί. Τελικά μετακόμισε στο East Village και αναγκάστηκε να πουλά έργα ζωγραφικής από την προσωπική του συλλογή για να τα βγάλει πέρα.

Παρά τη τόσο προβεβλημένη εμπορική δουλειά του και το γεγονός ότι ο Steichen συμπεριέλαβε ξανά είκοσι φωτογραφίες του Leiter στην ομαδική έκθεση στο MoMA με τίτλο “Έγχρωμη Πειραματική Φωτογραφία”, ήδη από το 1957, το καλλιτεχνικό-προσωπικό έργο του Leiter παρέμεινε σχεδόν άγνωστο στο ευρύτερο κόσμο της τέχνης για τουλάχιστον τέσσερις δεκαετίες. Μετά από πάνω από μια δεκαετία δύσκολες στιγμές, την καριέρα του Leiter θα άλλαζε με πρωτοφανή τρόπο το 1993. Πρώτα η γραμματέας του Howard Greenberg, Lisa Hostetler, η οποία σήμερα είναι φημισμένη επιμελήτρια φωτογραφίας, και μετά ο ίδιος ο Howard είδαν μερικές από τις ασπρόμαυρες φωτογραφίες του Leiter σε μια ομαδική έκθεση στη Corcoran Gallery της Νέας Υόρκης. Στη συνέχεια επικοινώνησαν με τον ίδιο τον Leiter και οργάνωσαν δύο εκθέσεις στη Howard Greenberg Gallery, που έφεραν τη δουλειά του ξανά στο προσκήνιο.

Στη συνέχεια, το 1998, ο Leiter μπήκε στην γκαλερί του Greenberg με σακούλες γεμάτες έγχρωμες διαφάνειες που δεν είχε δείξει ποτέ σε κανέναν. Έπρεπε κυριολεκτικά να φυσήξουν τη σκόνη που είχε καθίσει για 50 χρόνια πάνω τους, προκειμένου να αποκαλυφθούν η μία όμορφη εικόνα μετά την άλλη. Αυτό οδήγησε το 2005, σε μια έκθεση των πρώιμων έγχρωμων φωτογραφιών του. Η μεγάλη  αύξηση της δημοτικότητας του όμως ήλθε το 2006, όταν ο εκδοτικός οίκος Steidl εξέδωσε τη μονογραφία του «Early Color». Το βιβλίο επέφερε μία καθυστερημένη αναγνώριση, εκθέσεις σε γκαλερί, ένα κύμα δημοσιευμάτων, καθώς και μια νέα γενιά θαυμαστών του. Ακόμα και τότε, όμως, ο Leiter αισθανόταν αμήχανος μπροστά σ’ αυτήν την αναγνώριση, που ήρθε τόσο αργά. «Μα τι βρίσκουν όλοι όσοι λένε πως είμαι καλός;» ρώτησε τον Tomas Leach, σκηνοθέτη του ντοκιμαντέρ “In No Great Hurry:13 Lessons of Life with Saul Leiter” (2012). Και συνέχισε: «Δεν παίρνω και τόσο στα σοβαρά το φοβερό ταλέντο αυτού του κύριου Leiter».

Οι περισσότερες από τις έγχρωμες φωτογραφίες του τραβήχτηκαν στη γειτονιά του, το East Village της Νέας Υόρκης. Διακρίνονται για την χαρακτηριστική τους θαμπάδα και για την αλλόκοτη οικειότητα ανάμεσα στον ίδιο και τους περαστικούς που συνήθιζε να φωτογραφίζει, πολύ συχνά ως αντανακλάσεις ή μέσα από παράθυρα και βιτρίνες με τζάμια θολά, βρώμικα ή αχνισμένα, κάτι που κάνει την τελική εικόνα ασαφή και πολυεπίπεδη. Ένα ακόμα συχνό μοτίβο είναι τα διερχόμενα αμάξια και ταξί, με το αβέβαιο περίγραμμα μιας φιγούρας ή ενός χεριού να διακρίνεται. Άλλοτε κυριαρχούν εικόνες ανθρώπων μέσα από μισάνοιχτες πόρτες ή πίσω από κολόνες. Οι φωτογραφίες της χιονισμένης Νέας Υόρκης αναδεικνύουν έναν αδιαφανή παράξενο κόσμο όπου τίποτε δεν ξεχωρίζει με σαφήνεια. Σε μερικές φωτογραφίες, η ζεστασιά των χρωμάτων του υποχωρεί και δίνει τη θέση της σε αποχρώσεις άτονες, ένα αποτέλεσμα που το πετύχαινε χρησιμοποιώντας έγχρωμα φιλμ που είχαν λήξει.

Το πρωτοπόρο καλλιτεχνικό όραμα του αποτυπώνεται χαρακτηριστικά σε δύο από τις πρώτες του έγχρωμες φωτογραφίες. Η πρώτη, του 1950, ονομάζεται «Τ», από το γράμμα που είναι σχηματισμένο πάνω σε ένα παράθυρο καλυμμένο από ατμούς, περιτριγυρισμένο από γκρίζα θολούρα. Μέσα από το τζάμι αχνοφαίνεται ένα σχήμα χρώματος ροζ, ίσως η ομπρέλα ενός περαστικού, ίσως και όχι. Σχεδόν ένας αφηρημένος πίνακας. Η δεύτερη, του 1958, ονομάζεται Walk With Soames”. Τα φώτα νέον και οι αδρές πινελιές χρώματος έρχονται σε έντονη αντίθεση με το σκοτεινό απειλητικό κτήριο και με το οικείο περίγραμμα ενός φαναριού, που ξεχωρίζει στον γκρίζο ουρανό. Μια ανθρώπινη φιγούρα μόλις και μετά βίας ξεχωρίζει στη φωτογραφία, αλλά το στοιχείο που προκαλεί δέος είναι οι φόρμες και τα χρώματα. Ο Leiter, εντέλει, είναι προικισμένος ως φωτογράφος επειδή δε σταμάτησε ποτέ να κοιτάει τη ζωή και τον κόσμο με το μάτι ενός ζωγράφου που ξέρει να αποδομεί και να ανασυνθέτει. Η Soames τού τίτλου υπήρξε η φίλη του, μούσα και ερωμένη: Soames Bantry, μοντέλο και αργότερα ζωγράφος. Πέθανε το 2002. «Ο έρωτας έρχεται και φεύγει», έγραψε ο Leiter σε ένα γράμμα που της απηύθυνε μετά θάνατον. «Η φιλία είναι συχνά προτιμότερη, μα όχι πάντοτε… Οι ζωές μας ήταν συνυφασμένες… Προχωρούσαμε παραπατώντας μαζί μες στη ζωή». Ζούσαν κι οι δύο φτωχικά, σε διαφορετικούς ορόφους της ίδιας πολυκατοικίας.

Την αναγνώριση ακολούθησε η πρώτη του μεγάλη αναδρομική έκθεση στο Milwaukee Museum of Art, και στη συνέχεια εξέθεσε τις φωτογραφίες του σε σημαντικά διεθνή κέντρα όπως: στο Fondation Henri Cartier-Bresson, στο Παρίσι, στο Τhe Jewish Historical Museum, στο Άμστερνταμ και στο Diechtorhallen, στο Αμβούργο. Η επιμελήτρια της ρετροσπεκτίβας που διοργανώθηκε στο Αμβούργο έδωσε στον Leiter το προσωνύμιο «Ο Περιπατητής». Ο χαρακτηρισμός αυτός υπαινίσσεται πολύ επιτυχημένα την ήρεμη και προσηλωμένη στη λεπτομέρεια προσέγγιση της φωτογραφίας δρόμου από τον Leiter – αν και ο όρος «φωτογραφία δρόμου», όταν χρησιμοποιείται για τις υπέροχες, ατμοσφαιρικές φωτογραφίες του, ακούγεται σχεδόν μειωτικός. Ο Leiter πέθανε στη Νέα Υόρκη στις 26 Νοεμβρίου του 2013. Ήταν 89 ετών.

Χρήστος Κοψαχείλης

Πηγές:

  • Saul Leiter : Early Color – Steidl, 2006
  • Saul Leiter : Early Black & White – Steidl, 2006
  • Saul Leiter : Photofile – Thames & Hudson, 2008
  • Sean OHagan : Saul Leiter, Φωτογραφίζοντας τη Νέα Υόρκη του ’50 – Guardian
  • Teju Cole : Saul Leiter – The New Yorker / Αναδημοσίευση στο περιοδικό LIFO