Mimmo Jodice (1934)

Ο Domenico “Mimmo” Jodice γεννήθηκε το 1934 σε μια λαϊκή συνοικία της Νάπολης, τη Σανιτά. Έχασε πολύ νωρίς τον πατέρα του και αναγκάστηκε να δουλέψει μετά το γυμνάσιο, καθώς υπήρχαν και άλλα τρία παιδιά στην οικογένεια. Παρ’ όλα αυτά συνέχισε να σπουδάζει και να ενδιαφέρεται με πάθος για τις τέχνες, το θέατρο, τη κλασσική μουσική και τη ζωγραφική. Στις αρχές της δεκαετίας του ’60 θα αρχίσει να πειραματίζεται με τη φωτογραφία. Αυτοδίδακτος στη νέα τέχνη, οργανώνει το 1964 ένα σκοτεινό θάλαμο στο σπίτι του και καταπιάνεται με το κοινωνικό ρεπορτάζ στρέφοντας το βλέμμα του στη γενέτειρα του και στους κατοίκους της. Ακολουθώντας το κυρίαρχο ρεύμα εκείνης της εποχής – που έχει επικρατήσει να το ονομάζουμε «φωτογραφία δρόμου» – και επηρεασμένος από τον νεορεαλισμό του ιταλικού κινηματογράφου φωτογραφίζει τις ναπολιτάνικες παραγκουπόλεις, τους τρόφιμους στις φυλακές και τα ψυχιατρικά άσυλα, εργάτες στα εργοστάσια, τις θρησκευτικές πομπές. Η ματιά του φανερώνει τον παρατηρητή που συμπαθεί τους πρωταγωνιστές του στην καθημερινότητά τους, αλλά ταυτόχρονα και τον διανοούμενο που λαμβάνει υπόψη του το μεγάλο πολιτιστικό και ιστορικό παρελθόν αυτού του τόπου και το εντάσσει θεατρικά και τελετουργικά στη σύγχρονη ζωή της Νάπολης. Η σειρά αυτή με τίτλο “Vedute di Napoli” [Απόψεις της Νάπολης] εκτέθηκε για πρώτη φορά το 1967, στο βιβλιοπωλείο La Mandragola της Νάπολης και εκδόθηκε σε βιβλίο το 1980 (Εκδόσεις Mazzotta).

Το 1968 αρχίζει μία περίοδος γνωριμίας με τα διάφορα στυλ σύγχρονης τέχνης όπως η Pop Art, η Art Povera και το Fluxus, ενώ συνεργάζεται με τα μεγαλύτερα ονόματα της διεθνούς πρωτοπορίας, από τον Warhol στον Rauschenberg και τον Jasper Johns, κι από τον Mertz και τον Κουνέλλη στον Acconci και τον Ginsberg. Το 1970 εκλέχθηκε καθηγητής φωτογραφίας στην Ακαδημία Καλών Τεχνών της Νάπολης, θέση που διατήρησε ως το 1996. Στη δεκαετία του ’70 οι φωτογραφικές του ανησυχίες προσεγγίζουν περισσότερο την εννοιολογική τέχνη (conceptual art) και περιλαμβάνονται στην ενότητα με τον χαρακτηριστικό τίτλο Ricerca e Speri-mentazione” (Έρευνα και Πειραματισμός). Χαρακτηριστικές εικόνες αυτής της περιόδου είναι συνθέσεις-κολάζ, πολλαπλές εκτυπώσεις (Progetto Strobosco-pico), εκτυπώσεις υψηλού κοντραστ, ασαφείς αντανακλάσεις.

Στα τέλη της δεκαετίας του ’70 ο Jodice πραγματοποιεί μια σημαντική αλλαγή στη φωτογραφική του γλώσσα. Σταματά απότομα να φωτογραφίζει ανθρώπους και στρέφει τη προσοχή του κυρίως στα τοπία, φυσικά και αστικά, στους αρχαιολογικούς χώρους, στη μελέτη των αγαλμάτων και των αρχαίων αντικειμένων. Το έργο του πλέον αρχίζει να αποκτά μια μεταφυσική ποιότητα, η οποία πηγάζει από τις πνευματικές ρίζες του αρχαίου κόσμου που τον περιβάλλει και κυρίως από το πολιτιστικό στερέωμα της Μεσογείου που έγινε το επίκεντρο της φωτογραφίας του για τα επόμενα τριάντα χρόνια. Δουλεύοντας αποκλειστικά με ασπρόμαυρο φιλμ και μην υποκύπτοντας στην ευκολία της ψηφιακής εποχής, ο καλλιτέχνης μας οδηγεί σε μια πορεία ανάκτησης της μνήμης, ανακατασκευής μιας εικόνας των πολιτισμών που σημάδεψαν την αρχαία ιστορία της mare nostrum, της Μεσογείου Θάλασσας. Αυτή η Μεσόγειος των πολιτισμών, η οποία συνεχίζει να είναι θέατρο ζυμώσεων που επηρεάζουν ολόκληρο τον κόσμο. Σε αυτό το συναρπαστικό ταξίδι πίσω στο χρόνο, ερείπια και αγάλματα επιστρέφουν στη ζωή καθώς οι αρχαίοι κάτοικοι της προγονικής γης, οι θεοί και οι ήρωες, στις φωτογραφίες του Jodice φαίνεται να εκφράζουν τα δικά μας, σημερινά, συναισθήματα.

Σαν ένας σύγχρονος Οδυσσέας ο Jodice περιπλανάται στη λεκάνη της Μεσογείου, στο λίκνο τόσων πολιτισμών, σε ένα επικό ταξίδι που ο ίδιος περιγράφει ως «ένα ταξίδι σε αναζήτηση του παρελθόντος». Ενός παρελθόντος που ακόμη επηρεάζει το παρόν μας. Το αποτέλεσμα, αυτής της προσπάθειας, είναι ότι πιο προσωπικό και σημαντικό έχει πετύχει ο Jodice μέχρι σήμερα. Δεν αρκείται στη καταγραφή των αρχαιολογικών μνημείων και τα έργων τέχνης, αλλά έχει ως στόχο να ξαναβρεί την αίσθηση του κλασικού πνεύματος, παρουσιάζοντάς το με ένα ζωντανό και πρωτότυπο τρόπο. Οι φωτογραφίες του από την Ιταλία, τη Γαλλία, την Ισπανία, την Ελλάδα, την Π.Γ.Δ της Μακεδονίας, την Τουρκία, την Τυνησία, τη Συρία και την Ιορδανία, αποτελούν συγκερασμό της ιστορίας και τη μυθολογίας του πολιτισμού της Μεσογείου. Ερειπωμένοι ναοί, χαμένες πόλεις, ηρωικά τοπία, θεοί και θεές, η θέα του Βεζούβιου και της πανταχού παρούσας θάλασσας ξεπερνούν τους περιορισμούς του ιστορικό τους πλαισίου. Οι γοητευτικές φωτογραφίες του Jodice μας προσφέρουν τη μαρτυρία της πολύπλοκης ικανότητας όρασης ενός δημιουργού και προκαλούν την αντίστοιχη ικανότητα επικοινωνίας εκ μέρους του θεατή.

Σημαντικό μερίδιο του ενδιαφέροντος που προκαλούν οι φωτογραφίες του Jodice οφείλεται στην πρωτότυπη επεξεργασία που πραγματοποιείται στο σκοτεινό θάλαμο. Ο καλλιτέχνης εκτυπώνει μόνος του τις φωτογραφίες προσδίδοντας τους μια ψευδαίσθηση κίνησης, προκειμένου να υποστηρίξει τη πεποίθησή του ότι «κάθε τι είναι φευγαλέο και κάπως απόρθητο». Το επιλεκτικό φλουτάρισμα ορισμένων μόνο περιοχών της φωτογραφίας, η περιορισμένη χρήση της τεχνικής ζουμ-άουτ, το ιδιαίτερο φως της Μεσογείου και η πλούσια γκάμα των γκρίζων τόνων που μεσολαβούν ανάμεσα στο λευκό και το μαύρο των εικόνων του, αποκαλύπτουν μια εντελώς πρωτότυπη και ενδεχομένως μοναδική αντιμετώπιση ενός θέματος – των αρχαιολογικών χώρων – που δεν προσφέρεται για πειραματική-δημιουργική προσέγγιση. Ο Mimmo Jodice όμως το τολμά και τα καταφέρνει. Χαρακτηριστικό δείγμα αυτής της δουλειάς συγκεντρώθηκε στο λεύκωμα “Mediterranean” που εξέδωσε ο οίκος Aperture το 1995.

Καθώς γίνεται όλο και πιο γνωστός, το 1993, του ανατίθεται από το Paris Audiovisuel να φωτογραφίσει τη γαλλική πρωτεύουσα. Η προσωπική ανάγνωση της πόλης του Παρισιού από τον Mimmo Jodice εκδίδεται το 1998 επίσης από το Aperture, (Paris, City of Light). Ακολουθούν και άλλες μητροπόλεις τις οποίες κατέγραψε συστηματικά με τον φακό του ο Jodice, όπως η Βοστόνη και η Νέα Υόρκη το 2001-2002, το Σαν Πάολο το 2003, η Μόσχα και το Τόκιο το 2006. Οι πιο αντιπροσωπευτικές από αυτές τις φωτογραφίες περιελήφθησαν στα λευκώματα Visibile Cities (Charta Εditions,2006) και Villes Sublimes (Musée McCord Editions 2012). Άλλες σειρές φωτογραφιών του είναι η: Natura“, που περιλαμβάνει τοπία, αλλά και κοντινές λεπτομέρειες φυτών, πάντα τραβηγμένα με τον χαρακτηριστικό τρόπο του Jodice, η Eden, με αλλόκοτες φωτογραφίες που εικονίζουν, ψάρια, χταπόδια, αρνίσια κεφαλάκια, πόδια από κοτόπουλα, μια μηχανή του κιμά, αλλά και εσωτερικά σπιτιών και πορτραίτα. Η τελευταία του δουλειά που προβάλλεται ονομάζεται Transitiκαι παρουσιάζει ζωγραφικά πορτραίτα του 17ου αιώνα πλάι σε φωτογραφικά πορτραίτα σύγχρονων Ναπολιτάνων, τραβηγμένα από τον ίδιο, σε μια αντιπαράθεση που επιδιώκει να καταστήσει σαφές ότι οι φυσιογνωμίες και οι εκφράσεις του προσώπου δεν έχουν αλλάξει καθόλου με το πέρασμα των αιώνων.

To 1994, στα πλαίσια της 7ης Φωτοσυγκυρίας, αυτού του σημαντικού φωτογραφικού φεστιβάλ της Θεσσαλονίκης, το Ιταλικό Ινστιτούτο είχε διοργανώσει μια μεγάλη έκθεση του Mimmo Jodice με τίτλο ”Λήθη της Μεσογείου”. Μεταφέρω παρακάτω αυτούσιο το εισαγωγικό σημείωμα της έκθεσης του Predrag Matvejevic, ο οποίος είχε και την επιμέλεια της έκδοσης του λευκώματος “Mediterranean”.

ΛΗΘΗ ΤΗΣ ΜΕΣΟΓΕΙΟΥ

            Η μεσογειακή φωτογραφία δεν μπορεί ν’ αντισταθεί στη γοητεία του τοπίου. Μόνο συμπτωματικά ο Mimmo Jodice φωτογραφίζει το τοπίο με την τρέχουσα έννοια του όρου. Για τον καθορισμό της προσέγγισής του μπορεί, εν ανάγκη, να είναι χρήσιμη η διάκριση μεταξύ χώρου και τόπου: από τη μία πλευρά ο χώρος, λίγο πολύ ουδέτερος και ακαθόριστος, κι από την άλλη ο οικείος, ο πιο φιλικός τόπος. Ο Jodice ελκύεται μόνο από εκείνους του τόπους που, στο παρελθόν ή το παρόν, έχουν το δικό τους πνεύμα (Genius loci). Αποφεύγει εντέλει την κοινοτοπία, τόσο συχνή στις μεσογειακές φωτογραφίες του χθες και του σήμερα.

Η έρευνα του Mimmo Jodice συνοδεύεται από ένα σταθερό ερωτηματικό. Το συμβάν διαχέεται στο χώρο, συγκεντρώνεται στον τόπο: το βλέμμα του καλλιτέχνη σταματάει εκεί όπου το δράμα έλαβε ήδη χώρα, εκεί όπου τα ίχνη του και οι συνέπειές του μπορούν να ξαναβρεθούν και να επαληθευθούν. Τα πρώτα καλέσματά του φθάνουν από τα φαινόμενα και τις οπτασίες: η έντονη επιθυμία να τα αναστήσει, να τα “κάνει να φανούν” συνοδεύεται, συχνά, από έναν αβάσταχτο ίλιγγο και, ακόμα πιο συχνά, από μια έντονη νοσταλγία. Ο φωτογράφος επιλέγει για τη φωτογράφιση την στιγμή που το αντικείμενο της έρευνάς του (ή το θέμα του, αν θέλουμε) αποκαλύπτεται πιο εξαιρετικό ή πιο σημαντικό. Εκείνες τις προνομιακές στιγμές, που φθάνουν μετά από μακρά αναμονή, η τοπογραφία και το πρόσκαιρο επανασυνδέονται χωρίς συγκρούσεις. Οι θεματικές επιλογές βρίσκονται σε τέλεια συμφωνία με την επιλογή αναχώρησης αυτού του ποιητή της φωτογραφίας.

Η δουλειά του Mimmo Jodice προσδιορίζεται από τις αρνήσεις του και τον ασκητισμό του μάλλον παρά από τις καταφάσεις ή από την εκδήλωση μίας φωτεινής ευθυμίας. Αισθάνεται αποστροφή για κάθε εξομολόγηση και για κάθε ευφράδεια, καλλιεργεί την αποσιώπηση και τη διακριτικότητα, αφιερώνεται σ’ έναν λυρισμό τόσο συγκροτημένο όσο και παθιασμένο. Μια προσεκτική ανάγνωση των προηγούμενων πλαστικών προτύπων (Magritte, de Chirico και Man Ray, μεταξύ των άλλων) εμπλούτισε την κουλτούρα του χωρίς να επηρεάσει την οπτική του. Η κοινωνική έμπνευση, που χαρακτήρισε την ιταλική φωτογραφία των δεκαετιών του ’60 και του ’70, του έδωσε κάποια ερεθίσματα χωρίς παρ’ όλα αυτά να αποτελέσει μία μορφή στράτευσης. Το εννοιολογικό (ή εννοιοκρατικό) κύμα προσέλκυσε την προσοχή του χωρίς εν τούτοις να την καθυποτάξει. Ο Mimmo Jodice δεν έπαψε ποτέ να ανησυχεί βαθιά για τη μοντέρνα φωτογραφία χωρίς να ακολουθεί τις μόδες για τις οποίες διέπεται, και χωρίς να κάνει παραχωρήσεις στην αγορά. Η ερευνά του διέσχισε τα σύνορα της θάλασσάς μας χωρίς να προδώσει το μεσογειακό πνεύμα και χωρίς να αφεθεί στην εξάρτησή του.

Μία τόσο ριζοσπαστική επιχείρηση μας δημιουργεί την επιθυμία λεπτομερούς περιγραφής της, καθορισμού των σημείων εκκίνησης ή των καταληκτικών λήψεων θέσης. Τα “δικαιώματα βλέμματος” δεν είναι a priori κωδικοποιημένα. Η φωτογραφική μηχανή δεν κατέχει αφ’ εαυτής καμία πραγματικότητα. Σε κάθε περίπτωση η αναπαράσταση πρέπει να είναι προμελετημένη: απαιτεί μία μακρά αναμονή και χρειάζεται μία άμεση συνάντηση. Τόποι, γεγονότα, πράξεις -εκεί όπου το παρελθόν μοιάζει να ‘χει καταργηθεί και όπου παγιώνεται ένα εσωτερικό βλέμμα, εκεί όπου τα πρόσωπα και τα χνάρια- πολυάριθμα ίχνη και σημάδια παραμένουν συσσωρευμένα. Απομένει η μετάφρασή τους σε μία άλλη γλώσσα. Η μετατροπή μίας απουσίας σε παρουσία. Η κατά διαλείμματα πορεία και η παρέμβαση μόνο σε ενδιάμεσες παύσεις. Ο εκ των προτέρων υπολογισμός του χρόνου της πόζας και του χρόνου της έκθεσης. Η αναμέτρηση με τον εύθραυστο και ανεπανόρθωτο χαρακτήρα του φωτογραφικού φιλμ. Ο συνεχής καθορισμός της διαφοράς μεταξύ φωτός και φωτισμού: εδώ πρόκειται για εκείνο το “μεταφυσικό φως” της Μεσογείου για το οποίο μιλούσε ο de Chirico. Τέλος πρέπει να ψάξουμε πάλι τον τόπο, να βρούμε την κατάλληλη στιγμή, να καταλήξουμε σε μία συμφωνία με τον Καιρό*, να ανατρέξουμε στην τομή, την έλλειψη, τη λιτότητα ή σε κάποια άλλη απροσδιόριστη μορφή. Με αυτούς τους όρους θα μπορούσε να γίνει μία προσπάθεια καθορισμού μίας ποιητικής του Mimmo Jodice. Αυτή η αναζήτηση συνεπάγεται ένα νομαδικό πεπρωμένο. Συνοδεύουμε αυτό το νομάδα στους αγαπημένους του τόπους: απ’ το Pozzuoli στο Ercolano ή απ’ το Paestum στη Nimes, από τη Villa Adriana στη Villa Jovis, απ’ τους βυθισμένους θησαυρούς των Συρακουσών στους διαβρωμένους βράχους της Sperlonga, από τη Σικελία στο Κάπρι και παραπέρα. Ακολουθεί διαδρομές που πιστεύαμε πως γνωρίζαμε καλά και μας δείχνει εκείνα που δεν είχαμε ποτέ διακρίνει.

* Αρμονία, κατάλληλος χρόνος (αρχαία ελληνικά).

 

Χρήστος Κοψαχείλης

Πηγές:

  • Mimmo Jodice : “I Grandi Fotografi” Gruppo Editoriale Fabbri, 1983
  • Mimmo Jodice : Mediterranean, Εκδόσεις Aperture, 1995
  • Mimmo Jodice : Retrospettiva 1965-2000 Galleria Civica d’Arte Moderna e Contemporanea di Torino, 2001
  • Predrag Matvejevic : Λήθη της Μεσογείου, 7η Φωτοσυγκυρία, Θεσσαλονίκη 1994