Robert Capa

Ο στρατευμένος φωτογράφος

Ο Robert Capa ήταν μόνο 25 ετών όταν το βρετανικό περιοδικό Picture Post τον ανακηρύσσει ως τον μεγαλύτερο, πολεμικό φωτογράφο του κόσμου για τα πρόσφατα ρεπορτάζ του στον ισπανικό, εμφύλιο πόλεμο. Είχε παρακολουθήσει τη σύγκρουση από την αρχή, πηγαίνοντας σε διάφορες, ισπανικές περιοχές, άλλες φορές μόνος του και άλλες με τη σύντροφό του, Gerda Taro. Οι πρώτες φωτογραφίες, που δημοσιεύτηκαν το 1936 σε εφημερίδες και περιοδικά όπως το Vu, το Weekly Illustrated και το Life, προκάλεσαν πραγματικό πάταγο. Είχαν μία πρωτόγνωρη δύναμη και αμεσότητα. Η πιο διάσημη φωτογραφία του Robert Capa είναι το καρέ εκείνο που αποθανατίζει έναν πολιτοφύλακα του Δημοκρατικού Στρατού της Κόρδοβας τη στιγμή που τον χτυπούν οι σφαίρες των εθνικιστικών δυνάμεων του Φράνκο, κατά τη διάρκεια του ισπανικού Εμφυλίου. Η φωτογραφία αυτή αποτέλεσε ένα από τα σύμβολα του αντιφασιστικού αγώνα. Υπήρξαν ορισμένοι που αμφισβήτησαν την  αυθεντικότητα της, προβάλλοντας αμφιβολίες για το γεγονός, υποστηρίζοντας ότι ο πολιτοφύλακας στην πραγματικότητα έπαιζε θέατρο. Σήμερα όμως, χάρη στις έρευνες του Richard Whelan, ιστορικού της φωτογραφίας και βιογράφου του Capa, γνωρίζουμε με βεβαιότητα ότι εκείνη η φωτογραφία τραβήχτηκε στο Cerro Muriano, κοντά στην Κόρντοβα, στις 5 Σεπτεμβρίου του 1936. Ο πολιτοφύλακας ήταν ο Federico Borell Garcia και είναι βέβαιο ότι έπεσε στη μάχη εκείνη τη μέρα.

Με τις συμβουλές ενός άλλου, μεγάλου Ούγγρου φωτογράφου, του Andre Kertesz, ο Capa αρχίζει να χρησιμοποιεί τη μικρή και εύχρηστη Leica και αναγνωρίζει αμέσως την εκπληκτική, δημοσιογραφική δυναμική αυτής της μηχανής, ένα πολύτιμο εργαλείο που του επιτρέπει να δημιουργήσει πιο αυθόρμητες εικόνες, προσεγγίζοντας πολύ τα θέματά του, πράγμα αδιανόητο για μία αργή και ογκώδη μηχανή μεγάλου μεγέθους. Η Leica των 35 mm είχε εφευρεθεί στις αρχές του Πρώτου Παγκοσμίου, όμως επειδή εθεωρείτο κάτι σαν παιχνίδι, δεν κυκλοφόρησε στο εμπόριο παρά μόνο στα μέσα της δεκαετίας του ‘20. Έτσι η Leica, μαζί με το μεγάλο θάρρος που επέδειξε ο Capa στα πεδία της μάχης και ένα πρώιμο ταλέντο, τον κατέστησαν μία θρυλική προσωπικότητα. Είχε γεννηθεί ένας μεγάλος φωτογράφος.

Ποτέ δεν θα μάθουμε εάν με τον περίφημο ισχυρισμό του “If your photographs are not good enough, you’re not close enough” (Εάν οι φωτογραφίες σου δεν είναι αρκετά καλές, δεν έχεις πλησιάσει πολύ κοντά), ο Capa μιλούσε μόνο για τη φυσική προσέγγιση. Κατά βάθος, αυτό που πραγματικά μετράει είναι ένας άλλος τύπος προσέγγισης, εννοούμενος σαν κατανόηση του φωτογραφιζόμενου θέματος. Από τις πρώτες εργασίες του, από τις διαδηλώσεις του Λαϊκού Μετώπου στο Παρίσι του 1936, στις φωτογραφίες του ισπανικού, εμφυλίου πολέμου, βρίσκουμε αμέσως μία βαθιά αίσθηση ταυτοποίησης με τους ανθρώπους. Κι αυτή η δεοντολογική διάσταση του έργου του είναι προφανής, στην πολύ μεγάλη φροντίδα με την οποία ο Capa αποφεύγει να φωτογραφίζει σκηνές θανάτου ή ακρωτηριασμού. Αν και απεικονίζει τις μάχες στις πρώτες γραμμές, όπως κανείς άλλος δεν είχε κάνει προηγουμένως, οι πιο σημαντικές φωτογραφίες του Capa είναι αυτές με πολλούς πολίτες, τα αθώα θύματα κάθε σύγκρουσης. Όπως έγραψε ο φίλος του John Steinbeck, O Capa γνώριζε ότι δεν μπορείς να απεικονίσεις τον πόλεμο, επειδή είναι κυρίως ένα συναίσθημα. Όμως αυτός κατόρθωσε να φωτογραφίσει αυτό το συναίσθημα, γνωρίζοντάς το από κοντά. Μπορούσε να απεικονίσει τη φρίκη ενός ολόκληρου λαού, μέσα από το πρόσωπο ενός παιδιού. Η μηχανή του συνελάμβανε το συναίσθημα και το συγκροτούσε”.

Ο πόλεμος ήταν το ανθρώπινο δράμα του καιρού του και ο Capa πίστευε ειλικρινά ότι οι φωτογραφίες του θα βοηθούσαν στη συντριβή του φασισμού. Αυτός, που γνώριζε τόσο καλά τον πόλεμο και τον μισούσε, συνέχισε να φωτογραφίζει και άλλες συγκρούσεις. Το 1942, παρά το γεγονός ότι εθεωρείτο – λόγω καταγωγής – σαν ένας “ξένος εχθρός”, αποκτά τη διαπίστευση του αμερικάνικου στρατού και γίνεται πολεμικός ανταποκριτής του Collier’s και αργότερα του Life, για να φωτογραφίσει τις μάχες σε διάφορα μέτωπα, από τη Νότιο Αφρική στην Ιταλία, ύστερα στη Γαλλία και στη Γερμανία της πρώτης, μεταπολεμικής περιόδου.

Μία από τις πιο διάσημες αποστολές του ήταν η απόβαση των συμμαχικών στρατευμάτων στη Νορμανδία, στις 6 Ιουνίου του 1944, τη λεγάμενη “D Day”. Ο Ούγγρος πολεμικός φωτογράφος ήταν ο μοναδικός που βρέθηκε τόσο κοντά στο μέτωπο και επέζησε από τα γεγονότα που συνέβησαν στην παραλία της Ομαχα, μεταξύ των 160.000 στρατιωτών των συμμαχικών δυνάμεων, των 24.000 αλεξιπτωτιστών και των γερμανών στρατιωτών. Όμως ένα φοβερό λάθος κατά τη διάρκεια της εμφάνισης κατέστρεψε δύο ρολά με αρνητικά εκείνης της ημέρας, που τραβήχτηκαν με όλους τους κινδύνους που μπορούμε εύκολα να φανταστούμε. Μόνο οι 8 από τις 106 φωτογραφίες κατόρθωσαν να διασωθούν. To Life τις δημοσίευσε σχολιάζοντας πως ήταν “slightly out of focus” (ελαφρώς “κουνημένες”) επειδή έτρεμε το χέρι του δημιουργού. Από αυτήν τη φράση ο Capa, με την ξεχωριστή αίσθηση του χιούμορ που διέθετε, πήρε τον τίτλο για τις πολεμικές αναμνήσεις του, ένα παθιασμένο κείμενο όπου διηγείται τη ζωή του και εκείνα τα χρόνια, με μυθιστορηματικό τρόπο.

Όταν επιτέλους πραγματοποιείται το όνειρό του να γίνει άνεργος πολεμικός φωτορεπόρτερ (εννοώντας το σαν επιθυμία ότι δεν θα υπήρχαν πια πόλεμοι και όχι σαν άρνηση του επαγγέλματος του πολεμικού φωτογράφου), ο Capa απολαμβάνει για μερικά χρόνια μία υπέροχη, κοσμοπολίτικη ζωή στο Παρίσι. Ανάμεσα στους πολλούς και διάσημους φίλους του είναι και ο σκηνοθέτης John Huston, ο ηθοποιός Gene Kelly καθώς και ο συγγραφέας Ernest Hemingway.

To 1947 ο Capa θα κατορθώσει να ολοκληρώσει ένα σχέδιο που είχε στα “σκαριά” για περισσότερο από δέκα χρόνια: να δημιουργήσει ένα συνεταιρισμό φωτογράφων ο οποίος θα λειτουργούσε σαν πρακτορείο. Με τους Henri Cartier-Bresson, David “Chim” Seymour, George Rodger και William Vandivert, ιδρύει το Magnum Photos στο οποίο θα αφιερώσει μεγάλο μέρος του χρόνου του για την υπόλοιπη ζωή του. Ο μεγαλύτερος ενθουσιασμός του είναι να βοηθήσει τους νέους φωτογράφους με ταλέντο, τους οποίους προσκαλεί προσωπικά να γίνουν μέλη του πρακτορείου. Στα τέλη της δεκαετίας του ‘40, συνεργάζεται σε πολλά έργα με διάφορους φίλους του συγγραφείς. Το 1947 ταξιδεύει στη Σοβιετική Ένωση με τον John Steinbeck για να παρουσιάσει το βιβλίο “Russian Journal”. Τον επόμενο χρόνο επισκέπτεται την Ουγγαρία, την Πολωνία και την Τσεχοσλοβακία με το δημοσιογράφο Theodore Η. White και το 1949 πραγματοποιεί τις φωτογραφίες για το βιβλίο “Report on Israel” με κείμενα του Irwin Shaw.

Το 1954 ο εκδοτικός οίκος Mainichi Press τον προσκαλεί να επισκεφθεί την Ιαπωνία για να συμμετάσχει στην παρουσίαση ενός νέου, εικονογραφημένου περιοδικού, αλλά το ταξίδι δυστυχώς ακυρώνεται όταν στα τέλη Απριλίου, ο Howard Sochurek, φωτογράφος του Life εδώ και μήνες απασχολημένος σε ένα ρεπορτάζ για τον πόλεμο της Ινδοκίνας, πρέπει να επιστρέψει ξαφνικά στις Ηνωμένες Πολιτείες και ο εκδότης πείθει τον Capa να τον αντικαταστήσει. Στις 25 Μαΐου ο Robert Capa συμμετέχει σε μία αποστολή, ακολουθώντας μία γαλλική συνοδεία που έπρεπε να εκκενώσει δύο οχυρωματικά έργα, στην περιοχή του Δέλτα του Κόκκινου Ποταμού, τα οποία δεν μπορούσαν να υπερασπιστούν. Κατά τη διάρκεια μίας στάσης, πατάει μία νάρκη και σκοτώνεται.

Ο Capa άφησε μία κληρονομιά από περίπου 70.000 αρνητικά. Μία εκπληκτική, οπτική μαρτυρία που συνέλεξε σε μόνο 22 χρόνια καριέρας (1932-1954). Όμως οι εικόνες του δεν περιορίζονται να μας παρουσιάσουν το ντοκουμέντο των κρίσιμων γεγονότων του εικοστού αιώνα. Το μεγαλύτερο μέρος από τις αξέχαστες φωτογραφίες του υπερβαίνουν τις συγκεκριμένες καταστάσεις για να αποτελέσουν εικόνες του αγώνα, της αντίστασης και της ανθρώπινης αξιοπρέπειας μπροστά στη δυστυχία.

O Robert Capa δεν σκόπευε να γίνει ένας πολεμικός φωτογράφος αλλά οι περιστάσεις της ζωής του ήταν αυτές που τον ώθησαν να γίνει. Γεννήθηκε με το όνομα Endre Friedmann σε μία εβραϊκή οικογένεια της Βουδαπέστης. Το 1931, σε ηλικία 17 ετών, αναγκάστηκε να εγκαταλείψει τη χώρα, επειδή είχε συμμετάσχει στις διαδηλώσεις κατά του ουγγρικού καθεστώτος. Πηγαίνει στο Βερολίνο όπου θα δουλέψει στο σημαντικό, βερολινέζικο πρακτορείο Dephot. Ο διευθυντής του, Simon Guttmann, αναγνωρίζει αμέσως το ταλέντο του και τον στέλνει να φωτογραφίσει τον Τρότσκι κατά τη διάρκεια μίας διάλεξης στην Κοπεγχάγη. Είναι η πρώτη φωτογραφία του που δημοσιεύτηκε.

Το 1933, με τον Χίτλερ στην εξουσία, ο Endre αναγκάζεται για μία ακόμα φορά να φύγει, θα εγκατασταθεί στο Παρίσι με την ελπίδα να κερδίσει τα προς το ζην σαν φωτορεπόρτερ. Τον πρώτο καιρό όμως γνωρίζει τι σημαίνει πείνα, δυστυχία και ξενοφοβία, που μετριάζονταν μόνο από τις νέες φιλίες. Ανάμεσα σ’ αυτές, ο Henri Cartier-Bresson και ο David Seymour – περισσότερο γνωστός σαν “Chim” – με τον  οποίο μερικά χρόνια αργότερα θα ιδρύσει το Magnum Photos. Αυτήν την περίοδο  γνωρίζει επίσης και μία νεαρή, γερμανίδα πρόσφυγα, την Gerda Taro (το πραγματικό όνομα της οποίας ήταν Gerda Pohorylles), η οποία θα γίνει η σύντροφος και η μάνατζέρ του. Μαζί θα “ανακαλύψουν” ένα γνωστό και σημαντικό, αμερικανό φωτογράφο ονόματι Robert Capa. Με τις πρώτες φωτογραφίες από τον ισπανικό, εμφύλιο πόλεμο ο Endre αποδεικνύει ότι αξίζει την φήμη του διάσημου Robert Capa και υιοθετεί επίσημα αυτό το όνομα. Capa, που στα Ουγγρικά σημαίνει «καρχαρίας» ήταν το παρατσούκλι του Endre στο σχολείο και το επέλεξε για να γίνει πιο αναγνωρίσιμος στο κοινό της Αμερικής, δεδομένου ότι ήταν παρόμοιο με εκείνο του σκηνοθέτη Φρανκ Κάπρα. Τον Ιούλιο του 1937, η Gerda Taro πεθαίνει στην Ισπανία ενώ φωτογραφίζει την υποχώρηση στη μάχη του Brunete. Ήταν η πρώτη γυναίκα φωτογράφος που σκοτώθηκε εν δράσει. Ο Capa ποτέ δεν ξεπέρασε εντελώς αυτήν την απώλεια. Τα επόμενα χρόνια θα συνεχίσει να φωτογραφίζει τις μεγάλες συγκρούσεις: την κινεζική αντίσταση στην ιαπωνική εισβολή του 1938, το Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο στην Ευρώπη (1941-1945), τον πρώτο Αραβοϊσραηλινό πόλεμο (1948) και τον πόλεμο της Ινδοκίνας (1954). Σύμβολο όλων των φωτορεπόρτερ που διακινδύνευσαν τη ζωή τους για το επάγγελμά τους, ο Capa είχε τον τρόπο να συνθέτει εικόνες με μία ασύγκριτη γλυκύτητα, ιστορικές τοιχογραφίες ποτισμένες με πινελιές ανθρωπιάς. Ήξερε τον τρόπο να ανακαλύπτει στα πρόσωπα του κόσμου εκείνη την αποκαλυπτική στιγμή, όταν ο πόνος αμβλύνεται από την ελπίδα.

Ο έγχρωμος Capa

Το 2014, εκατό χρόνια από τη γέννηση του, το Διεθνές Κέντρο Φωτογραφίας (ICP) της Νέας Υόρκης (που ίδρυσε ο αδελφός του Cornell Capa) παρουσίασε για πρώτη φορά στο κοινό 125 επιλεγμένες φωτογραφίες τις οποίες ο διάσημος φωτογράφος τράβηξε με έγχρωμο φιλμ. Σε αντίθεση με τις επικές, φορτισμένες με δραματικά συναισθήματα κι ένταση φωτογραφίες σε ασπρόμαυρο, οι έγχρωμες εστιάζουν σε λιγότερο ηρωικές στιγμές. Ανάμεσά τους υπάρχουν πορτρέτα μεγάλων προσωπικοτήτων, όπως ο Σαρλ ντε Γκολ, ο Πάμπλο Πικάσο και η Αβα Γκάρντνερ, εικόνες του που έγιναν εξώφυλλα σε περιοδικά, όπως το Life, το Collier’s, το Holiday, το Ladie’s Home Journal, εντιτόριαλ μόδας από τη Ρώμη και το Παρίσι, ταξιδιωτικά αφιερώματα χειμερινών διακοπών στις Άλπεις, σκηνές από τα γυρίσματα ταινιών. Πρόκειται για φωτογραφίες που ανήκουν στον κύκλο των επαγγελματικών συνεργασιών με αμερικανικά περιοδικά από το 1947 έως τα μέσα της δεκαετίας του ’50. Και μαρτυρούν ότι ο μετρ του ασπρόμαυρου στιγμιότυπου χρησιμοποιούσε το νέο έγχρωμο φιλμ, παρά το γεγονός ότι οι σύγχρονοί του καλλιτέχνες φωτογράφοι είχαν αρνητική γνώμη επειδή θεωρούσαν ότι παραποιεί την πραγματικότητα και καταλόγιζαν στο νέο μέσο εμπορικό χαρακτήρα. Η εταιρεία Kodak έβγαλε το πρώτο της έγχρωμο φιλμ το 1936 και η ελίτ των φωτοειδησεογράφων, φανατικών του ασπρόμαυρου φιλμ, διχάστηκε. Μάλιστα ο στενός φίλος του Robert Capa, Henri Cartier-Bresson, δήλωνε σχετικά: «Φωτογραφία με χρώμα; Είναι κάτι αδιανόητο, είναι η άρνηση όλων των αξιών της τρισδιάστατης εικόνας που αποδίδει το ασπρόμαυρο φιλμ».

«Η έκθεση στόχευε να φέρει το χρώμα μέσα στο έργο του Capa και να αναδείξει τη σημασία που έχει στο σύνολο της δουλειάς του. Όταν δεν βρισκόταν στα πεδία των μαχών και σε σημεία πολιτικών συγκρούσεων, ο Capa τραβούσε έγχρωμες φωτογραφίες γιατί ήθελε να επαναπροσδιορίσει τον εαυτό του ως φωτοειδησεογράφος. Το έγχρωμο φιλμ ήταν μια πρόκληση γι’ αυτόν» όπως δήλωσε η επιμελήτρια της έκθεσης  Cynthia Young. «Στα μισά της καριέρας του άρχισε να χρησιμοποιεί το έγχρωμο φιλμ γιατί ήθελε να ανακαλύψει τις δυνατότητες του νέου μέσου. Υπήρχε όμως ακόμη ένας λόγος: προσπαθούσε να κρατά το πρακτορείο της Magnum τεχνικά πάντα στην πρωτοπορία, καθώς τα περιοδικά μετά τον πόλεμο ζητούσαν περισσότερες έγχρωμες φωτογραφίες».

Από το 1947 ο Robert Capa τραβούσε τις φωτογραφίες του σε έγχρωμο και ασπρόμαυρο φιλμ. Όταν σκοτώθηκε στην Ινδοκίνα, είχε πάνω του δύο κάμερες. Η μία με έγχρωμο φιλμ και η άλλη με ασπρόμαυρο. «Ένας από τους λόγους που δεν έχουμε δει στο παρελθόν την έγχρωμη δουλειά του σχετίζεται με το ότι σε αυτές τις φωτογραφίες απουσιάζει το επικό ύφος των ηρωικών γεγονότων που συνέλαβε ο φακός του. Και μετά τον θάνατό του φαινόταν παράδοξο το έγχρωμο υλικό συγκριτικά με τα ασπρόμαυρα καρέ που τον ανέδειξαν σε θρύλο της φωτογραφίας του 20ου αιώνα» επισημαίνει η επιμελήτρια της έκθεσης «Capa in Color».

 O Robert Capa όπως τον είδαν.

Κατά τη διάρκεια του σύντομου περάσματος του από τη γη, έζησε και αγάπησε πάρα πολύ. Γεννήθηκε χωρίς λεφτά κι έτσι πέθανε. Εκείνο που μας άφησε είναι η ιστορία του ανεπανάληπτου ταξιδιού του και μία οπτική μαρτυρία που υποδηλώνει την πίστη του στην ικανότητα των ανθρώπων να υπομένουν τόσες αντιξοότητες και μερικές φορές να τα καταφέρνουν. Cornell Capa.

Παρ’ όλες τις επινοήσεις και τη στάση του, μέσα του, ο Capa είχε κάτι πραγματικό. Είναι το ταλέντο, ένα μείγμα ανθρωπιάς, θάρρους και γούστου. Σ’ αυτό αναμειγνύεται μία ρομαντική διάθεση, η αποστροφή στην καθαρή τεχνική, το ένστικτο της ευκαιρίας, η ικανότητα να χαλαρώνει. Κατά βάθος, σε όλα αυτά υπάρχει ακόμα και ένα μικρό κομμάτι μετριοφροσύνης… Κυρίως, ο Capa, που επίσης ξόδεψε τόση ενέργεια για να βρει ευνοϊκές λύσεις για τον εαυτό του, αισθάνεται μία βαθιά συνταύτιση με τους άντρες και τις γυναίκες που παρέμειναν εγκλωβισμένοι στην πραγματικότητα. John Hersey

Αυτός καταλάβαινε τη ζωή. Ζούσε έντονα τη ζωή. Έδωσε με γενναιοδωρία ό, τι είχε να δώσει στη ζωή… Έζησε σαν ένας θαρραλέος, ακμαίος άνθρωπος, σπάνιας ακεραιότητας. Edward Steichen

Ο Capa ήταν ένας καλός φίλος και ένας μεγάλος και πολύ γενναίος φωτογράφος. Έφθασε το τέλος της ζωής του κι αυτό είναι μία δυστυχία για οποιονδήποτε αλλά ειδικά για τον Capa. Ήταν τόσο ζωντανός που κάποιος θα πρέπει να κοπιάσει πάρα πολύ για να τον σκεφτεί νεκρό. Ernest Hemingway

Ο Capa ήξερε αυτό που ζητούσε και τι θα έπρεπε να κάνει όταν θα το έβρισκε. Ήξερε π.χ. ότι δεν μπορείς να φωτογραφίζεις τον πόλεμο επειδή ο πόλεμος είναι κυρίως ένα συναίσθημα. Όμως φωτογράφισε αυτό το συναίσθημα, τραβώντας φωτογραφίες μέσα στις μάχες. Ήταν ικανός να παρουσιάσει τη φρίκη ενός ολόκληρου λαού στο πρόσωπο ενός παιδιού.

Η φωτογραφική του μηχανή συνελάμβανε το συναίσθημα και το συγκροτούσε. Οι φωτογραφίες του δεν είναι τυχαίες, όπως και το συναίσθημα που περικλείουν. Ο Capa μπορούσε να φωτογραφίσει την κίνηση, τη χαρά και την απελπισία. Ήταν σε θέση να φωτογραφίζει τη σκέψη. Το έργο του Capa είναι από μόνο του η φωτογραφία μίας μεγάλης καρδιάς και μίας ασυγκράτητης συνταύτισης. Κανένας δεν μπορεί να πάρει τη θέση του. Κανένας δεν θα μπορέσει να πάρει τη θέση ενός μεγάλου καλλιτέχνη, αλλά είμαστε τυχεροί, επειδή στις φωτογραφίες του ανακαλύπτουμε την ποιότητα του ανθρώπου. John Steinbeck

Robert Capa, Απόσπασμα από το βιβλίο “Slightly Out of Focus”.

Θα μπορούσα να πω ότι ο πολεμικός ανταποκριτής έχει περισσότερο ποτό, περισσότερα κορίτσια, καλύτερο μισθό και μεγαλύτερη ελευθερία από το στρατιώτη – σ’ αυτή, όμως, τη φάση του παιχνιδιού το ότι είναι ελεύθερος να διαλέξει τη θέση του και του επιτρέπεται να δειλιάσει, χωρίς να τον εκτελέσουν, είναι το μαρτύριό του. Αυτό που ρισκάρει ο πολεμικός ανταποκριτής – δηλαδή τη ζωή του – το έχει στα χέρια του, το βάζει σε κίνδυνο, αν και όπως θέλει, ή αν θέλει το βάζει – την τελευταία στιγμή – σε ασφαλές μέρος.

Μ’ αρέσει το ρίσκο. Αποφάσισα να πάω με το Λόχο Ε στο πρώτο κύμα. Από τη στιγμή που αποφάσισα να πάω με τις πρώτες ομάδες εφόδου, άρχισα να προσπαθώ να πείσω τον εαυτό μου ότι η απόβαση θα ήτανε περίπατος κι ότι όλα αυτά που ακούγονταν για το «απόρθητο δυτικό τείχος» δεν ήταν παρά γερμανική προπαγάνδα. Η όμορφη Γαλλία μού φαινόταν τώρα αποκρουστική κι αφιλόξενη κι ένα γερμανικό πολυβόλο που έφτυνε σφαίρες γύρω από τη λέμβο χάλασε τελείως την επιστροφή μου. Οι άντρες που ήταν μέσα στη λέμβο μου βούτηξαν στο νερό. Η σκηνή ήταν ιδανική για ένα φωτογράφο – οι στρατιώτες μέχρι τη μέση μέσα στο νερό, με τα τουφέκια τους έτοιμα, και στο φόντο τα εμπόδια των οχυρωματικών έργων και η ακτή γεμάτη καπνό. Στάθηκα για μια στιγμή στη σανιδόσκαλα της λέμβου, για να τραβήξω την πρώτη μου φωτογραφία από την απόβαση. Ο κελευστής, που δικαιολογημένα βιαζόταν να γίνει καπνός, δεν κατάλαβε ότι τραβούσα φωτογραφίες, αλλά νόμισε ότι – για ευνόητους λόγους – δίσταζα, και με βοήθησε να το πάρω απόφαση με μια καλοζυγισμένη κλοτσιά στα πισινά. Το νερό ήταν κρύο και η παραλία απείχε εκατό μέτρα ακόμα. Οι σφαίρες άνοιγαν τρύπες στο νερό γύρω μου και κατευθύνθηκα προς το πιο κοντινό ατσάλινο εμπόδιο. Ένας στρατιώτης έφτασε εκεί συγχρόνως με μένα και για λίγα λεπτά μοιραστήκαμε την προστασία που προσέφερε το εμπόδιο. Ο στρατιώτης έβγαλε απ’ το τουφέκι του το αδιάβροχο κάλυμμα κι άρχισε, χωρίς να σημαδεύει και πολύ, να πυροβολεί προς τη σκεπασμένη από καπνούς παραλία. Ο ήχος του τουφεκιού τού έδωσε αρκετό θάρρος για να προχωρήσει κι έτσι άφησε το εμπόδιο σ’ εμένα. Το εμπόδιο ήταν τώρα μισό μέτρο μεγαλύτερο κι αισθάνθηκα αρκετά ασφαλής για να φωτογραφίσω τους άλλους που κρύβονταν, όπως κι εγώ.

Ήταν ακόμα πολύ νωρίς και η ατμόσφαιρα πολύ γκρίζα για να τραβήξεις καλές φωτογραφίες, όμως το γκρίζο νερό κι ο γκρίζος ουρανός έκαναν τους μικρόσωμους άντρες, που ελίσσονταν κάτω απ’ τα σουρεαλιστικά σχέδια της επιτροπής ειδικών στην αντιαποβατική άμυνα του Χίτλερ, να φαντάζουν πολύ εντυπωσιακοί.

Τελείωσα με τις φωτογραφίες μου, και το νερό της θάλασσας ήταν κρύο μέσα στο παντελόνι μου. Απρόθυμα, προσπάθησα πολλές φορές ν’ απομακρυνθώ απ’ τον ατσάλινο πάσσαλο, οι σφαίρες, απ’ τον ατσάλινο πάσσαλο, οι σφαίρες, όμως, μ’ έκαναν να γυρίζω πίσω. Πενήντα μέτρα μπροστά μου ένα από τα μισοκαμμένα αποβατικά τανκ μας προεξείχε από το νερό, προσφέροντάς μου το επόμενό μου καταφύγιο. Ζύγισα την κατάσταση. Το κομψό αδιάβροχο που βάραινε τον ώμο μου δεν είχε μέλλον. Το πέταξα και κατευθύνθηκα προς το τανκ. Μέσα από πτώματα που επέπλεαν κατάφερα να το φτάσω, στάθηκα για μερικές φωτογραφίες ακόμα κι επιστράτευσα όλα μου τα κότσια για το τελικό πήδημα στην ακτή.

Οι Γερμανοί έπαιζαν τώρα με όλα τους τα όργανα, κι εγώ δεν μπορούσα να βρω καμία τρύπα, για να περάσω μέσα απ’ τις οβίδες και τις σφαίρες που μ’ εμπόδιζαν να πλησιάσω στα τελευταία 25 μέτρα πριν την ακτή. Έτσι έκατσα πίσω από το τανκ μου, επαναλαμβάνοντας μια προτασούλα από τις μέρες που ήμουνα στον ισπανικό εμφύλιο πόλεμο: «Es una cosa muy seria. Es una cosa muy seria». Τα πράγματα είναι πολύ σοβαρά… Η επόμενη οβίδα έπεσε ακόμα πιο κοντά. Δεν τολμούσα να πάρω τα μάτια μου από το σκόπευτρο της Contax μου και σαν τρελός τραβούσα τη μια φωτογραφία μετά την άλλη. Μετά από μισό λεπτό η μηχανή μου μπλόκαρε – το φιλμ μού είχε τελειώσει. Έψαξα στην τσάντα μου για καινούριο φιλμ, και τα υγρά, τρεμάμενα χέρια μου το κατέστρεψαν προτού το βάλουν καν στη μηχανή.

Για μια στιγμή σταμάτησα… και τότε κατάλαβα ότι την είχα πολύ άσχημα. Η άδεια μηχανή άρχισε να τρέμει μέσα στα χέρια μου. Αυτό που έκανε το σώμα μου να τρεμουλιάζει και παραμόρφωνε το πρόσωπό μου ήταν ένα καινούριο είδος φόβου. Ξεκρέμασα το φτυάρι μου και προσπάθησα να σκάψω ένα λάκκο. Το φτυάρι χτύπησε σε μια πέτρα και το πέταξα μακριά. Οι άντρες γύρω μου κείτονταν ακίνητοι. Μόνο οι νεκροί, εκεί που έσκαγαν τα κύματα, κύλαγαν, καθώς τους χτύπαγε το νερό. Μια αποβατική άκατος αψήφησε το πυρ και από μέσα της ξεχύθηκαν άντρες του υγειονομικού, με κόκκινους σταυρούς στα κράνη τους. Δεν το σκέφτηκα κι ούτε το αποφάσισα. Απλά σηκώθηκα όρθιος κι άρχισα να τρέχω προς το πλοίο. Μπήκα στη θάλασσα ανάμεσα σε δύο πτώματα και το νερό μού έφτασε μέχρι το λαιμό. Το θαλάσσιο ρεύμα χτύπησε το σώμα μου και κάθε κύμα μού χαστούκιζε το πρόσωπο κάτω από το κράνος. Κρατούσα τις μηχανές μου ψηλά πάνω από το κεφάλι μου και ξαφνικά συνειδητοποίησα ότι το έσκαγα. Προσπάθησα να γυρίσω, αλλά δεν μπορούσα ν αντικρίσω την ακτή, και είπα στον εαυτό μου: «Θα στεγνώσω μόνο τα χέρια μου πάνω στο πλοίο…»

Το πλοίο μας είχε μπατάρει και σιγά σιγά απομακρυνθήκαμε από την ακτή, προσπαθώντας να φτάσουμε στο πλοίο ανεφοδιασμού προτού βυθιστούμε. Κατέβηκα στο μηχανοστάσιο, στέγνωσα τα χέρια μου και έβαλα καινούριο φιλμ και στις δύο μηχανές. Ανέβηκα ξανά στο κατάστρωμα την κατάλληλη στιγμή, για να τραβήξω μια τελευταία φωτογραφία της – καλυμμένης με καπνό – παραλίας. Τράβηξα έπειτα μερικές φωτογραφίες με τα μέλη του πληρώματος να κάνουν μεταγγίσεις αίματος στο κατάστρωμα. Μια αποβατική λέμβος μάς πλεύρισε και μας πήρε από το βυθιζόμενο πλοίο. Η μεταφορά των βαριά τραυματισμένων στη φουρτουνιασμένη θάλασσα ήταν δύσκολη δουλειά. Δεν τράβηξα άλλες φωτογραφίες.

Ξύπνησα σε μια κουκέτα. Το γυμνό μου σώμα ήταν σκεπασμένο με μια άγρια κουβέρτα. Στο λαιμό μου ήταν ένα κομμάτι χαρτί που έλεγε: «Περίπτωση εξάντλησης. Μην του βάλετε περιλαίμιο». Είδα τη φωτογραφική μου τσάντα πάνω στο τραπέζι και κατάλαβα ποιος ήμουν. Στην άλλη κουκέτα ήταν ένας ακόμα γυμνός άντρας που τα μάτια του ήταν καρφωμένα στο ταβάνι. Η ετικέτα στο λαιμό του έλεγε μόνο: «Περίπτωση εξάντλησης». Αυτός έλεγε: «Είμαι ένας δειλός». Ήταν ο μόνος που επέζησε από τα δέκα αμφίβια τανκ που προηγήθηκαν των πρώτων κυμάτων πεζικού. Όλα αυτά τα τανκ είχαν βυθιστεί στη φουρτουνιασμένη θάλασσα. Έλεγε ότι έπρεπε να είχε μείνει πίσω στην παραλία. Του είπα ότι κι εγώ έπρεπε να είχα μείνει στην παραλία.

Οι μηχανές βούιζαν το πλοίο μάς γύριζε πίσω στην Αγγλία. Όλη τη νύχτα ο άντρας από το τανκ κι εγώ χτυπούσαμε το στήθος μας, ο καθένας από τους δύο επιμένοντας ότι ο άλλος δεν έφταιγε σε τίποτε, αλλά μόνο αυτός ήταν δειλός. Το πρωί δέσαμε στο Weymouth. Ένα πλήθος πεινασμένων δημοσιογράφων, που δεν τους είχε επιτραπεί να έρθουν κι αυτοί στην απόβαση, μας περίμεναν στην αποβάθρα, για να πάρουν τις πρώτες ιστορίες με τις προσωπικές εμπειρίες των αντρών που έφτασαν στο προγεφύρωμα της απόβασης και επέστρεψαν. Έμαθα ότι ο μόνος – εκτός από εμένα – πολεμικός ανταποκριτής-φωτογράφος που είχε σταλεί στην ακτή «Omaha» είχε επιστρέψει πριν από δύο ώρες και δεν άφησε ούτε στιγμή το πλοίο του, ούτε πάτησε στην ακτή. Τώρα ήταν στο δρόμο της επιστροφής προς Λονδίνο με το φοβερό του «λαυράκι».

Μου επιφυλάχτηκε υποδοχή ήρωα. Μου προσφέρθηκε αεροπλάνο, για να πάω στο Λονδίνο και να κάνω μια ραδιοφωνική εκπομπή σχετικά με την εμπειρία μου. Θυμόμουν, όμως, ακόμη αρκετά τη νύχτα κι αρνήθηκα. Έβαλα τα φιλμ μου στο δημοσιογραφικό σάκο, άλλαξα ρούχα και ύστερα από λίγες ώρες επέστρεψα στο προγεφύρωμα με το πρώτο πλοίο που υπήρχε.

Μετά από εφτά ημέρες έμαθα ότι οι φωτογραφίες που τράβηξα στην επιχείρηση «Easy Red» ήταν οι καλύτερες όλης της απόβασης. Ο βοηθός, όμως, του σκοτεινού θαλάμου – από τη συγκίνησή του, ενώ στέγνωνε τα αρνητικά – ανέβασε πολύ τη θερμοκρασία και οι εμουλσιόν έλιωσαν και χύθηκαν μπροστά στα μάτια των ανθρώπων του γραφείου Τύπου του Λονδίνου. Από εκατόν έξι συνολικά φωτογραφίες, μόνο οχτώ διασώθηκαν. Οι λεζάντες κάτω από τις φωτογραφίες που θόλωσε η θερμότητα έλεγαν ότι τα χέρια του Capa έτρεμαν πάρα πολύ.

Πηγές:

  • Richard Whelan : Robert Capa, A biography – Bison Books, 1994
  • Marta Daho : Robert Capa – Hachette
  • Robert Capa : Retrospectiva 1932-1954 – Fundacion Caja de Pensiones, 1989
  • Έφη Φαλίδα : Ο Έγχρωμος Άγνωστος Robert Capa – ΤΑ ΝΕΑ, 2014
  • Σεμίνα Σαραντόπουλου : Τα Έγχρωμα του Robert Capa – Καθημερινή, 2014