Vivian Maier (1926-2009)

Στο τέλος της πρώτης δεκαετίας του 21ου αιώνα οι χρήστες του διαδικτύου που ενδιαφέρονται για τη φωτογραφία είχαν την ευχάριστη έκπληξη να ανακαλύψουν μια άγνωστη ως τότε φωτογράφο, την Vivian Maier. Υπεύθυνος γι’ αυτό ήταν ο ιστορικός και συλλέκτης John Maloof, ο οποίος το 2007, κατά τη διάρκεια μιας δημοπρασίας σε ένα τοπικό παλαιοπωλείο του Σικάγο, απέκτησε εντελώς τυχαία ένα μεγάλο κουτί γεμάτο αρνητικά φιλμ που άνηκαν σε μία “άγνωστη ερασιτέχνη φωτογράφο”. Στον κατάλογο της δημοπρασίας το αντικείμενο αγοράς περιγραφόταν απλά ως «Φωτογραφίες του Σικάγο της δεκαετίας του 60» και ο Maloof πραγματοποίησε τη συναλλαγή «στα τυφλά», χωρίς να γνωρίζει τι ακριβώς αγοράζει. Ήταν φωτογραφίες που απεικόνιζαν την καθημερινή ζωή της Νέας Υόρκης και του Σικάγο. Ένα ντοκιμαντέρ της αμερικάνικης καθημερινότητας ξετυλίχτηκε όπως τα αρνητικά μπροστά στα μάτια του. Ο Maloof έδωσε 380 δολάρια για να αγοράσει περίπου 30.000 αρνητικά επειδή είχε σκοπό να εκδώσει ένα βιβλίο σχετικό με την ιστορία του πάρκου Portage στο Σικάγο και ως εκ τούτου μάζευε υλικό. Ένα ποσό όχι αμελητέο για την δουλειά κάποιας άγνωστης, θα μπορούσε να πει κανείς. Κι όμως, όπως προέκυψε τελικά αγόρασε έναν μικρό θησαυρό: Μέσα στο κουτί με τα παμπάλαια αρνητικά ανακάλυψε μία από τους πιο αξιοσημείωτους καλλιτέχνες της σύγχρονης φωτογραφικής ιστορίας. Την απίθανη Vivian Maier. Τον Οκτώβριο του 2009, ο Maloof ανέβασε στο blog του μια επιλογή εκατό φωτογραφιών της Maier με αποτέλεσμα να γίνει viral με χιλιάδες ανθρώπους να εκφράζουν το ενδιαφέρον τους. Έκτοτε η ιστορία της φωτογραφίας δρόμου, όπως την γνωρίζαμε, ξαναγράφεται. Η Maier γίνεται μέρα με τη μέρα γνωστή ως μία από τους σημαντικότερους εκφραστές της street photography ολόκληρου του 20ου αιώνα και το έργο της έχει λάβει διεθνή προσοχή σε όλα τα μέσα ενημέρωσης και παρουσιάζεται συνεχώς σε εκθέσεις, σε τρία βιβλία, και σε δύο ντοκιμαντέρ. Αξίζει πάντως να σημειωθεί ότι η Maier δεν πρόλαβε να χαρεί την καθυστερημένη αναγνώριση της δουλειάς της καθώς απεβίωσε τον Απρίλιο του 2009, ενώ η ειρωνεία της τύχης της είναι ότι τα φιλμ της βγήκαν στο πλειστηριασμό – από τον οποίο τα αγόρασε ο Maloof – επειδή η ίδια δεν μπορούσε να πληρώσει το νοίκι της αποθηκούλας στην οποία τα φύλαγε μαζί με τα υπόλοιπα προσωπικά της αντικείμενα. Αυτή η οραματίστρια, όπως αποδεικνύεται, των δεκαετιών του 1950 και του 1960 ήταν στην πραγματικότητα ένας απόμακρος κι έντονα μυστικοπαθής άνθρωπος. Ποτέ στη ζωή της δεν είχε δείξει έστω και μία φωτογραφία της σε κανέναν. Ούτε καν στους στενότερους φίλους και συγγενείς της. Παρ’ όλα αυτά, είχε καταφέρει να συγκεντρώσει περισσότερα από 100.000 ασπρόμαυρα αρνητικά, 700 ρολά ανεμφάνιστου έγχρωμου φιλμ και αρκετές ταινίες 16mm!

Αλλά ας δούμε ποια ήταν η Vivian Maier. Οι πληροφορίες για τη ζωή της είναι τόσο διάσπαρτες, όσο και οι σκέψεις που μπορεί να κάνει κανείς για την κρυφή ενασχόλησή της με τη φωτογραφία. Γεννήθηκε στην Νέα Υόρκη τον Φεβρουάριο του 1926. Η μητέρα της, η Maria Jaussaud Justin, ήταν Γαλλίδα, ενώ ο πατέρας της Charles Maier (επίσης γνωστός κι ως Wilhelm) ήταν Αυστριακός. Οι γονείς της Vivian ήταν παγιδευμένοι σε έναν δυστυχισμένο γάμο από την ημέρα που εκείνη γεννήθηκε. Η ίδια μεγάλωσε στην σκιά ενός μεγαλύτερου αδελφού που φοίτησε κάποια περίοδο σε επαγγελματική σχολή και αργότερα βρέθηκε σε ψυχιατρική κλινική. Ο πατέρας της, που εργαζόταν ως μηχανικός, φαίνεται πως είχε εγκαταλείψει την οικογένεια προσωρινά για άγνωστους λόγους από το 1930. Η Vivian κατά τη διάρκεια της παιδικής και εφηβικής της ηλικίας πηγαινοέρχοταν μεταξύ των ΗΠΑ και της Γαλλίας και συγκεκριμένα στο χωριό των Άλπεων Saint-Julien-en-Champsaur, όπου ζούσαν οι συγγενείς της μητέρας της. Και τα δύο παιδιά μεγάλωσαν τον περισσότερο καιρό με κηδεμόνες που δεν ήταν οι γονείς τους, αλλά οι παππούδες τους και ανάδοχες οικογένειες. Εν τω μεταξύ και οι δύο γιαγιάδες της Vivian μιλούσαν αρνητικά για τα παιδιά τους, δηλαδή τους γονείς της. Όμως αυτές οι δυσκολίες που συνάντησε στο οικογενειακό περιβάλλον πιθανόν να συνετέλεσαν στο να γίνει η Vivian η φωτογράφος που γνωρίζουμε. Από μικρή ηλικία περνούσε πολύ χρόνο με άλλες γυναίκες που αποτελούσαν θετικά πρότυπα γι΄ αυτήν και κυρίως με την Jeanne Bertrand, η οποία εργαζόταν ως επαγγελματίας φωτογράφος και γνώριζε την Gertrude Vanderbilt Whitney, ιδρύτρια του Μουσείου Αμερικάνικης Τέχνης Whitney. Από την Bertrand λοιπόν φαίνεται πως πήρε τα πρώτα της μαθήματα στη φωτογραφία η Maier. Η πρώτη της μηχανή ήταν μια Kodak Brownie που δεχόταν φιλμ διαστάσεων 6×9 εκατοστών και με αυτήν φωτογράφιζε στη Γαλλία, όπως προκύπτει από το καλοταξινομημένο αρχείο και τις σημειώσεις που άφησε.

Το 1951, σε ηλικία 25 ετών η Vivian Maier επέστρεψε οριστικά από τη Γαλλία στη Νέα Υόρκη και ξεκίνησε να δουλεύει αρχικά σε ένα ζαχαροπλαστείο, αλλά πολύ σύντομα ως γκουβερνάντα. Εργάστηκε ως νταντά για περισσότερα από σαράντα χρόνια. Όσο εξασκούσε το επάγγελμά της έπαιρνε τα παιδιά – σαν μια άλλη Μαίρη Πόππινς – μαζί της σε μικρές εκδρομές. Στις παραλίες, σε παρελάσεις, στα πάρκα. Με τις οικονομίες της αγόρασε μια διοπτική Rolleiflex και ξεκίνησε να φωτογραφίζει συστηματικά. Τις ημέρες που είχε ρεπό πάντα έπαιρνε μαζί τη μηχανή της. Έκανε μοναχικές εξορμήσεις σε πολυσύχναστα μέρη και φωτογράφιζε ακατάπαυστα. Όταν τη ρωτούσαν για το επάγγελμά της απαντούσε «είμαι κάποιου είδους κατάσκοπος». Το 1956 μετακινήθηκε προς το Σικάγο, όπου συνέχισε να φροντίζει παιδιά. Εργάσθηκε πολλά χρόνια για τους Gensburg, μια οικογένεια με τρία αγόρια. Την θυμούνται ως τρυφερή, δυναμική και εκκεντρική γυναίκα με ελεύθερο πνεύμα. Στο σπίτι που εργαζόταν απολάμβανε τη πολυτέλεια ιδιωτικού μπάνιου και κυρίως ενός μικρού σκοτεινού θαλάμου που της επέτρεπε να εμφανίζει τα φιλμ και να τυπώνει τις φωτογραφίες που τράβαγε τα πρωινά, κάνοντας βόλτες με τα παιδιά που φύλαγε. Τα βράδια απομονωνόταν σε μια ήσυχη σοφίτα όπου ξεχώριζε και οργάνωνε τις φωτογραφίες της.

Όταν ζούσε δεν ήθελε κανείς να γνωρίζει τη δεύτερη ιδιότητά της, αυτή της φωτογράφου. Δεν ήθελε να τις κάνουν αδιάκριτες ερωτήσεις. Οι άνθρωποι που ζούσαν γύρω της δεν είχαν ιδέα ότι φωτογράφιζε. Το πρώτο που ζητούσε από τους ανθρώπους για τους οποίους εργαζόταν ήταν να έχει κλειδαριά η πόρτα του δωματίου της. Τα δωμάτια που κατοικούσε ήταν μια απαγορευμένη ζώνη. Από το κατάστημα εμφάνισης των φιλμ μαθαίνουμε ότι η Maier έδινε τα φιλμ της για εκτύπωση με το ψευδώνυμο Vivian Smith. Οι συγγενείς της μπορούν να δώσουν ελάχιστες πληροφορίες για την προσωπικότητά της. Η φωτογραφία ήταν όλη της η ζωή. Ποτέ δεν παντρεύτηκε, δεν είχε παιδιά, ούτε πολύ στενούς φίλους που θα μπορούσαν να πει ότι την “γνώριζαν” σε προσωπικό επίπεδο

Η περιέργεια την οδηγούσε στο να εξερευνά μέσα από το φακό της την ανθρώπινη φύση. Και η αλήθεια είναι ότι συνέλαβε την φύση των ανθρώπων σε επικές στιγμές. Για περισσότερες από τέσσερις δεκαετίες η άσημη εν ζωή γκουβερνάντα Vivian Maier αποτύπωσε την καθημερινότητα μιας χώρας και κυρίως τις αντιθέσεις οι οποίες την συγκρότησαν. Από την αστική ζωή και την τέχνη μέχρι τους παρίες και τους ανθρώπους του μόχθου των μεγαλουπόλεων. Η ποικιλία των θεμάτων και των προσώπων που παρελαύνουν μέσα στα εξαίσια ασπρόμαυρα κάδρα της Μάγερ, κάθε φορά μας δημιουργούν την ίδια έκπληξη μετά από τον πρώτο θαυμασμό. Πώς είναι δυνατόν ένας άνθρωπος με μηδέν τεχνική κατάρτιση να είναι ένας από τους πιο μεγάλους καλλιτέχνες του καιρού μας; Δεν υπάρχει ίσως απάντηση. Αλλά, ακόμα και αυτή η ερώτηση είναι ένας ένα μέρος του μύθου που περιβάλλει την αινιγματική προσωπικότητά της. Αν σήμερα σκύψουμε πάνω στις φωτογραφίες της μας αποκαλύπτεται μια ασύγκριτη ομορφιά που δεν αφορά μόνο τη σύνθεση της φωτογραφίας. Το μυστικό της γοητείας που ασκεί η εικόνα βρίσκεται στο περιεχόμενο. Κυρίως για τη συναισθηματική της συγγένεια με αυτούς που αγωνίζονται να τα βγάλουν πέρα, κυρίως για την εξοικείωσή της με τη δύσκολη όψη της καθημερινότητας, με ανθρώπους ξεχασμένους.

Η Vivian Maier είχε εμμονή. Εμμονή με το να βγάζει φωτογραφίες, κάτι που έκανε σε όλη της την ζωή μέχρι τον θάνατο της. Εμμονή με τις λεπτομέρειες της καθημερινής ζωής στους δρόμους, από τις εφημερίδες μέχρι τους άνδρες με καπέλα. Φορούσε και η ίδια ένα χαμηλό καπέλο, ένα μακρύ φόρεμα, μάλλινο παλτό, ανδρικά παπούτσια και περπατούσε με ένα ισχυρό διασκελισμό και με μια φωτογραφική μηχανή πάντα γύρω από το λαιμό της, κάθε φορά που έφυγε από το σπίτι, με σκοπό να φωτογραφίζει μανιωδώς. Οι εικόνες της Νέας Υόρκης και του Σικάγου των 50s και 60s που τράβηξε η Maier αποτελούν μερικές από τις πιο δυνατές, όσο και υπέροχες φωτογραφίες της εποχής. Αποτυπώνει εργαζόμενους και καταστηματάρχες στην ώρα της δουλειάς ή σε στιγμή ανάπαυλας, γυναίκες κομψές αλά αμερικέν ή ανεπιτήδευτες ή ολότελα ατημέλητες, ζευγάρια που αγγίζει ο ένας τον άλλο, ανθρώπους σε λεωφορεία και φέρυ-μποτ, εστιατόρια και πάρκα, μητέρες με παιδιά, παιδικές παρέες και παρέες μεγάλων. Παρουσιάζει ανθρώπους λευκούς και μαύρους, από διάφορες κοινωνικές και επαγγελματικές τάξεις. Καθηλωτικά είναι τα πορτρέτα της Vivian Maier, όπου η ένταση του δρόμου αποτυπώνεται στα πρόσωπα των ανθρώπων και στη στοχαστική τους έκφραση. Τα πορτρέτα είναι τόσο ξεκάθαρα που νομίζεις με τη μία ότι αναγνωρίζεις το χαρακτήρα του ανθρώπου, σίγουρα όμως δεν είναι ακριβώς έτσι, οι άνθρωποι είναι πολύ πιο περίπλοκοι και αντιφατικοί, ένα καλό πορτρέτο πάντως πρέπει να σε αφήνει με αυτήν την εντύπωση.

Οι φωτογραφίες της, ακριβώς επειδή χρησιμοποιούμε μηχανή μεσαίου φορμά, έχουν περισσότερη ευκρίνεια και λεπτομέρεια από εκείνες των αντίστοιχων μεγάλων φωτογράφων “δρόμου”, όπως του Robert Frank, του Harry Callahan, του Garry Winogrand, οι οποίοι χρησιμοποιούσαν μηχανές 35 χιλιοστών. Υπάρχουν επίσης αρκετές, πολύ πρωτοποριακές για την εποχή της, φωτογραφίες που εικονίζουν την ίδια τη φωτογράφο, να τραβά τον εαυτό της μέσα από έναν καθρέφτη ή μια βιτρίνα, αφήνοντας συχνά ένα μέρος της εικόνας της στη σκιά αλλά τη φωτογραφική της μηχανή σε πρώτο πλάνο! Μια πολύ ευφυής ιδέα σχετικά με τη δική της ταυτότητα ή την παρεμβολή του εαυτού της στο περιβάλλον. Ένας τρόπος για να υπαινιχθείς ότι είσαι εκεί και ταυτόχρονα ότι δεν είσαι αρκετά εκεί. Και όλα αυτά αρκετά χρόνια πριν ο Lee Friedlander παρουσιάσει τα δικά του αυτοπορτραίτα και τουλάχιστον 60 χρόνια πριν πλημμυρίσει το διαδίκτυο με δισεκατομμύρια ηλίθιες selfies. Η Maier δε θέλησε και δε θα απαντήσει ποτέ στην ερώτηση που απασχολεί όποιον μπει στον μαγικό κόσμο της: Ποια είσαι; Ποια ήσουν; Ούτε η ίδια θα μπορούσε πιθανώς να απαντήσει την ερώτηση κοιτάζοντας τα πορτραίτα που τράβηξε η ίδια στον εαυτό της. Ή ίσως με αυτά προσπαθούσε να ανακαλύψει τον άνθρωπο που την κοίταζε από την τυπωμένη φωτογραφία.

Στις δημοσιευμένες φωτογραφίες της Maier τα παιδιά κατέχουν κεντρικό ρόλο. Τα παιδιά την κοιτάζουν ανήσυχα, βλοσυρά, αμήχανα σαν να τα έχουν συλλάβει σε ώρα σκανταλιάς, ποτέ χαμογελαστά. Κοιτάζουν λίγο λοξά, την ίδια τη φωτογράφο και σχεδόν καθόλου τη μηχανή. Ο τρόπος με τον οποίο η Maier συνέλαβε τη ζωή των παιδιών συνδυάζει ένα κομμάτι παιδικού παράπονου και αλητείας, ένα καρέ αθωότητας μέσα στην ασπρόμαυρη πραγματικότητα. Ίσως τα παιδιά περισσότερο από καθέναν άλλο αναγνώριζαν στο πρόσωπό της μια νταντά. Η μυστική συνεννόηση μεταξύ τους αποτυπώθηκε. Στη ζωή ήταν μια γκουβερνάντα που τύχαινε να τραβάει φωτογραφίες. Σήμερα είναι μια φωτογράφος που τύχαινε να είναι και γκουβερνάντα.

Η πώληση ενός οικογενειακού αγροκτήματος στο Saint-Julien-en-Champsaur της έδωσε ένα παραπάνω εισόδημα και της επέτρεψε να πραγματοποιήσει μια μεγάλη της επιθυμία – να ταξιδέψει σε όλο το κόσμο. Γνωρίζουμε ότι ταξίδεψε στον Καναδά το 1951 και το 1955. Το 1957 στη Νότια Αμερική. Το 1959 έκανε ένα άλλο μεγάλο ταξίδι σε όλο τον κόσμο -πάντα μόνη της- φωτογραφίζοντας τη Μανίλα, το Μπανγκόκ, τη Σαγκάη, το Πεκίνο, την Ινδία, τη Συρία, και την Αίγυπτο. Το 1960 ταξίδεψε στην Ευρώπη και κυρίως στην Ιταλία, ενώ το 1965 θα ταξιδέψει στα νησιά της Καραϊβικής. Η μυστηριώδης φωτογράφος δεν απέκτησε ποτέ δική της οικογένεια, ενώ τα τελευταία χρόνια της ζωής της ζούσε χωρίς εισόδημα, άστεγη στην ουσία, υπό την προστασία της Πρόνοιας. Οι αδελφοί Gensburg που τους είχε μεγαλώσει στη δεκαετία του ’50 φρόντισαν τελικά να της αγοράσουν ένα μικρό διαμέρισμα, ενώ της πλήρωναν και όλους τους λογαριασμούς. Το 2008 γλίστρησε σε ένα παγωμένο πεζοδρόμιο στο κέντρο του Σικάγου και τραυματίστηκε πολύ σοβαρά στο κεφάλι της. Η υγεία της άρχισε να επιδεινώνεται. Απεβίωσε σε έναν οίκο ευγηρίας τον Απρίλιο του 2009 σε ηλικία 83 ετών.

Ο Maloof δε σταμάτησε να ερευνά τη ζωή της Maier και μετά από κάποιο χρονικό διάστημα βρήκε τους ανθρώπους που γνώριζαν την καταπληκτική φωτογράφο. Το αποτέλεσμα της έρευνας που έκανε, είναι το ντοκιμαντέρ 84 λεπτών, το “Finding Vivian Maier”. Το συν-σκηνοθέτησε με τον Charlie Siskel. Στο ντοκιμαντέρ μιλούν οι άνθρωποι που την γνώρισαν από κοντά χωρίς στην ουσία να λύνουν το γρίφο του αινιγματικού της χαρακτήρα. Οι φίλοι της δεν είχαν ιδέα για τη δραστηριότητά της. Σήμερα οι φωτογραφίες της Maier εκτίθενται σε όλο τον κόσμο. Τα τελευταία χρόνια πραγματοποιήθηκαν 11 προσωπικές εκθέσεις φωτογραφιών της Vivian Maier στις ΗΠΑ και στην Ευρώπη. Τα έργα της γίνονται ανάρπαστα από συλλέκτες σε όλο τον κόσμο. Κάθε φωτογραφία είναι προς πώληση σε 15 αντίτυπα και οι τιμές κυμαίνονται από 2.900 μέχρι 7.500 ευρώ περίπου

Χρήστος Κοψαχείλης, Ιανουάριος 2016

Πηγές:

  • John Maloof : Vivian Maier Street Photographer -, 2011
  • John Maloof : Vivian Maier Self Portraits – PowerHouse Books, 2013
  • John Maloof : Vivian Maier A Photographer Found – Harper Design, 2014
  • Αργυρώ Μποζόνη : Vivian Maier – Περιοδικό LIFO, 2014
  • Σεβεριν Κλειδωνα : Vivian Maier – Περιοδικό LIFO